Με μεγάλη χαρά αποδέχτηκα την πρόσκληση των Φίλων του Νομισματικού Μουσείου να δώσω μια ομιλία
στα πλαίσια των εκδηλώσεών του. Αν και δεν έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη νομισματική, έχω αγαθές
μνήμες από τα μαθήματα νομισματικής που έκανε η Μάντω Οικονομίδου στη Φιλοσοφική Σχολή με
εθελοντική παρακολούθηση στα χρόνια των σπουδών μου.
Σύμφωνα με μια μαρτυρία που διέσωσε ο Γιώργος Λεχωνίτης στα Καβαφικά Αυτοσχόλια, ο Καβάφης
φέρεται να είπε στην τελευταία δεκαετία της ζωής του: «Ἐγὼ εἶμαι ποιητὴς ἱστορικός. Ποτέ μου δὲν θὰ
μποροῦσα νὰ γράψω μυθιστόρημα ἢ θέατρον· ἀλλ᾿ αἰσθάνομαι μέσα μου 125 φωνὲς νὰ μὲ λέγουν ὅτι θὰ
μποροῦσα νὰ γράψω ἱστορίαν».
Εγώ δεν είμαι «ιστορικός ποιητικός». Αλλά αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές, ίσως και περισσότερες, να με
λέγουν ότι ο Καβάφης ήταν πρωτοπόρος στην κατανόηση της ιστορικής περιόδου στην οποία έχω
αφιερώσει την έρευνά μου, της περιόδου που αποκαλώ «μακρά ελληνιστική εποχή». Η αρχαία ελληνική
ιστορία του Καβάφη είναι κατ᾿ εξοχήν η ιστορία από τον Αλέξανδρο ως τον Ιουλιανό, μια ιστορία που
διαδραματίζεται κυρίως στη δημιουργική περιφέρεια του ελληνισμού, στην Αίγυπτο, τη Μέση Ανατολή
και τα βάθη της Ασίας. Ο Καβάφης επιδεικνύει απαράμιλλη ικανότητα στο να κατανοεί ουσιώδη
χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου. Επισημαίνει τη θεατρική συμπεριφορά πολιτικών προσώπων, την
πολυπολιτισμικότητα και τον επαναπροσδιορισμό ταυτοτήτων στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, τα ασαφή
σύνορα των θρησκειών στην ύστερη αρχαιότητα, την απροσδιόριστη προσδοκία μιας αλλαγής στην κρίση
της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Και σε αυτές του τις προσεγγίσεις είναι έναν αιώνα πιο μπροστά από τους
επαγγελματίες ιστορικούς της εποχής του. Έτσι, εδώ και χρόνια αισθάνομαι την ανάγκη να παραθέτω
ποιήματα του Καβάφη στις μελέτες μου για την ελληνιστική εποχή, όχι για εντυπωσιασμό, αλλά επειδή ο
Καβάφης έχει την ικανότητα να συμπυκνώνει σε μια εικόνα πολύπλοκα ιστορικά φαινόμενα.
Ο Καβάφης δεν μελετούσε απλώς την ιστορία μέσα από τις πρωτογενείς πηγές αλλά χρησιμοποιούσε τις
πηγές ως πύλες προς έναν άλλο κόσμο. Μόλις ένα χρόνο μετά την πρώτη έκδοση των παπυρικών
αποσπασμάτων με τους μιμιάμβους του ποιητή Ηρώνδα ή Ηρώδα από τον Frederic Kenyon, ο
τριαντάχρονος Καβάφης, είχε ήδη συνθέσει ένα ευφυέστατο ποίημα για τις περιπέτειες αυτών των έργων,
τους Μιμιάμβους του Ηρώδα:
Ἐπὶ αἰώνας μένοντες κρυμμένοι
ἐντὸς τοῦ σκότους Αἰγυπτίας γῆς
μέσω τοιαύτης ἀπελπιστικῆς σιγῆς
ἔπληττον οἱ μιμίαμβ᾿ οἱ χαριτωμένοι·
2
ἀλλὰ ἐπέρασαν ἐκεῖν᾿ οἱ χρόνοι,
ἔφθασαν ἀπὸ τὸν Βορρᾶ σοφοί
ἄνδρες, καὶ τῶν ἰάμβων ἔπαυσ᾿ ἡ ταφή
κ᾿ ἡ λήθη. Οἱ εὐτράπελοί των τόνοι
μᾶς ἐπανέφεραν τὰς εὐθυμίας
ἑλληνικῶν ὁδῶν καὶ ἀγορῶν·
κ᾿ ἐμβαίνομεν μαζὺ των εἰς τὸν ζωηρόν
βίον μιᾶς περιέργου κοινωνίας.
Τα αρχαία κείμενα είναι μια γέφυρα· ἐμβαίνομεν μαζὺ των εἰς τὸν ζωηρόν | βίον μιᾶς περιέργου κοινωνίας,
γράφει. Με τη γέφυρα αυτή ο Καβάφης βρίσκεται στους δρόμους και τις αγορές και αφουγκράζεται τους
ήχους τους. Εύστοχα, αν και με κριτική διάθεση, ο Κωστής Παλαμάς χαρακτήριζε το 1926 σε συνέντευξή
του στο περιοδικό Οθόνη τα ποιήματά του «ρεπορτάζ από τους αιώνες». Η ποίησή του είναι κατά κάποιον
τρόπο μια λογοτεχνική μηχανή του χρόνου που μας μεταφέρει στην αρχαιότητα. Είναι μια ποίηση με
ισχυρά στοιχεία προφορικότητας, μια ποίηση που μας δημιουργεί εικόνες – δηλαδή έχει το κατ᾿ εξοχήν
ελληνιστικό λογοτεχνικό στοιχείο της ενάργειας –, μια ποίηση που μας καλεί να ακούσουμε, να δούμε, να
μυρίσουμε, να γευτούμε και να αγγίξουμε. Η αρχαιότητα του Καβάφη έχει ανθρώπινο πρόσωπο, πάθη και
αισθήματα.
Στην ομιλία αυτή θα εστιάσω σε δύο συγκεκριμένες κατηγορίες πηγών, τα νομίσματα και τις επιγραφές.
Όπως είναι γνωστό, ο ίδιος ο ποιητής διέκρινε τα ποιήματά του σε ιστορικά, ηδονιστικά και φιλοσοφικά.
Η αντιμετώπιση των δύο πηγών, όπως θα δούμε στη συνέχεια, έχει κάπως διαφορετική. Πρώτον, τα
ποιήματα που πραγματεύονται νομίσματα έχουν στενή σχέση με τη φιλοσοφική ή στοχαστική ποίηση του
Καβάφη, ενώ αντίθετα τα ποιήματα που πραγματεύονται επιγραφές της αρχαιότητας έχουν στενή σχέση
με την ερωτική του ποίηση, όσο κι αν από μια πρώτη επιπόλαιη ματιά μοιάζουν να ανήκουν στην
κατηγορία των ιστορικών ποιημάτων. Έτσι και οι δύο κατηγορίες ποιημάτων φανερώνουν τομές και
επικαλύψεις σε μια ποίηση με βαθειά εσωτερική ενότητα. Δεύτερον, ενώ στην περίπτωση των
νομισμάτων ο Καβάφης έχει κατά νου συνήθως συγκεκριμένα υπαρκτά νομίσματα – κάτι που κατέδειξαν
μια έκθεση που πραγματοποιήθηκε πριν λίγο καιρό στο Νομισματικό Μουσείο και το βιβλίο του
Στέφανου Γερουλάνου Historia Arcana – καμμιά από τις επιγραφές που εμφανίζονται στην ποίηση του
Καβάφη δεν είναι αυθεντική, με μια εξαίρεση. Έτσι, ο τρόπος με τον οποίο ο Καβάφης χειρίζεται τα
νομίσματα και τις επιγραφές συμβάλλει στην κατανόηση της τεχνικής του· και αντίστροφα, η ποίηση του
Καβάφη αναδεικνύει την αξία των νομισμάτων και των επιγραφών.
Ας δούμε πρώτα τα ποιήματα στα οποία επιγραφές αποτελούν το κυρίως θέμα, αφού είναι περισσότερα
από τα τρία ποιήματα που σχολιάζουν νομίσματα. Πρόκειται για 10 ποιήματα, που όλα ανήκουν στην
ώριμη φάση της ποιητικής του δημιουργίας, δημοσιευμένα τα περισσότερα το 1917 και 1918.
1. Στο Εὐρίωνος τάφος ο Καβάφης μοιάζει να παραφράζει ένα επιτύμβιο.
2. Στον «Καισαρίωνα» η ανάγνωση μιας συλλογής επιγραφών των Πτολεμαίων γίνεται αφορμή για
τον ποιητή να πλάσει με τη φαντασία του τη μορφή του γιού του Καίσαρα και της Κλεοπάτρας.
3. Στο Ἐν τῷ μηνὶ Ἀθύρ αγωνίζεται να διαβάσει μια μισοσβυσμένη επιγραφή.
4. Στο «Ἰασῆ τάφος» ο νεκρὸς μιλά από τον τάφο του, απευθυνόμενος στον διαβάτη και
αναπολώντας πώς τον θαύμασαν σοφοί και λαός και πώς τον σκότωσαν οι καταχρήσεις.
5. Στο «Ἰγνατίου τάφος» ο νεκρός μιλά από τον τάφο του, αποκηρύσσοντας την παλιά ζωή του ως
Κλέων και μνημονεύοντας τους δέκα μήνες που έζησε «μὲς στὴν γαλήνη καὶ μὲς στὴν ἀσφάλεια του
Χριστοῦ», πριν πεθάνει στα 29 του χρόνια.
6. Στο «Λάνη τάφος» παρατίθεται το επιτύμβιο για τον «Λάνη, υἱὸ τοῦ Ραμετίχου, Ἀλεξανδρέα».
3
7. Το «Αἰμιλιανὸς Μονάη, Ἀλεξανδρεύς, 628-655 μ.Χ.» προϋποθέτει το επιτύμβιο του
πρωταγωνιστή που «εἴκοσι ἑπτὰ χρονῶν στὴν Σικελία πέθανε».
8. Το «Ὑπὲρ τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας πολεμήσαντες» είναι επιτύμβιο επίγραμμα Αχαιού ποιητή.
9. Στο «Ἐπιτύμβιον Ἀντιόχου βασιλέως Κομμαγηνῆς» παραθέτει το επίγραμμα που συνέθεσε
κάποιος Καλλίστρατος κατά παραγγελία της αδελφής του βασιλιά. Σημειώνω ότι το ποίημα μάλλον είναι
εμπνευσμένο από τον Γάϊο Ιούλιο Αντίοχο Επιφανή, τον γνωστό μας Φιλόπαππο, του οποίου το μνημείο
ανήγειρε η αδελφή του Βαλβίλλα.
10. Τέλος, το «Στα 200 π.Χ.» ξεκινά με παράθεμα της αναθηματικής επιγραφής του Αλεξάνδρου στα
λάφυρα της μάχης του Γρανικού.
Δεν έχω τον χρόνο να αναλύσω όλα αυτά τα ποιήματα, αλλά ορισμένα κοινά τους χαρακτηριστικά θα
διαφανούν. Και ξεκινώ με ένα παράδοξο: όλες οι επιγραφές στις οποίες αναφέρεται ο Καβάφης είναι
προϊόν της δημιουργικής του φαντασίας, εκτός από μια εξαίρεση. Κι αυτό είναι παράδοξο γιατί οι πηγές
των ιστορικών ποιημάτων του Καβάφη είναι συνήθως αυθεντικές. Παραπέμπει συχνά σε γραμματειακές
πηγές, εντάσσοντας ακόμα και ολόκληρα παραθέματα από το πρωτότυπο στα ιστορικά ποιήματά του·
π.χ. «Ο βασιλεύς Δημήτριος» αρχίζει με παράθεμα από τον Βίο Δημητρίου του Πλουτάρχου. Όταν
αναφέρεται σε νομίσματα, έχει συχνά κατά νου πολύ συγκεκριμένα νομίσματα. Στο ομώνυμο ποίημα του
1920 που έχει ως θέμα νομίσματα με ινδικές επιγραφές των «κραταιοτάτων μοναρχών» που βρήκε σε
κάποιο «σοφό βιβλίον», αναφέρεται σε υπαρκτά νομίσματα.
ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ
Νομίσματα με ινδικές επιγραφές.
Είναι κραταιοτάτων μοναρχών,
του Εβουκρατιντάζα, του Στρατάγα,
του Μεναντράζα, του Εραμαϊάζα.
Έτσι μας αποδίδει το σοφό βιβλίον,
την ινδική γραφή τής μιας μεριάς των νομισμάτων.
Μα το βιβλίο μας δείχνει και την άλλην
που είναι κιόλας κ’ η καλή μεριά
με την μορφή του βασιλέως. Κ’ εδώ πώς σταματά ευθύς,
πώς συγκινείται ο Γραικός ελληνικά διαβάζοντας,
Ερμαίος, Ευκρατίδης, Στράτων, Μένανδρος.
Σε ένα άτιτλο σχεδίασμα, παρουσιάζει έναν δούλο σε νομισματοκοπείο να εξετάζει τα νεόκοπα νομίσματα:
«μὲ τὰ γεροντικά του μάτια μὲ προσοχὴ | στὸ καθένα ἂν εἷναι ἡ ἐπιγραφὴ σωστὴ ἐξετάζει. | Ἂν ξανακάμει
λάθος, εἴπανε, θα βασανισθεῖ, | καὶ τρέμουνε τα χέρια του. | «Σευήρου βασιλεύοντος ὁ κόσμος εὐτυχεῖ»».
4
Όταν γράφτηκε το ποίημα ήταν γνωστό ένα και μοναδικό νόμισμα αυτού του τύπου, της Νικομήδειας, και
μάλιστα στο Μουσείο της Αλεξάνδρειας, στον κατάλογο του οποίου το εντόπισε ο Καβάφης. Αν
επισημαίνω τη σπανιότητα του νομίσματος, είναι επειδή επανειλημμένα στην ποίησή του διαπιστώνουμε
την ευαίσθητη παρατήρηση του παραμελημένου, του μικρού, του αφανούς. Πολλοί νομισματολόγοι έχουν
ασχοληθεί με την εικονογραφία ή τη μετρολογία των νομισμάτων. Δεν θυμάμαι κανείς ποτέ να σκέφτηκε
τον δούλο του αρχαίου νομισματοκοπείου και την αντίφαση που μπορεί να έβλεπε ανάμεσα στην
αυτοκρατορική προπαγάνδα και τη δική του μοίρα.
Στο πώς εξηγείται η απουσία γνήσιων επιγραφών στην ποίηση του Καβάφη, θα επανέλθω αργότερα.
Βέβαιο είναι πάντως ότι πολλές φορές ο ποιητής είχε σκύψει με ενδιαφέρον σε επιγραφικές δημοσιεύσεις
και υποθέτω ότι θα είδε επιγραφές στο Μουσείο της Αλεξάνδρειας. Γράφει αποκαλυπτικά στον
«Καισαρίωνα»:
Ἐν μέρει γιὰ νὰ ἐξακριβώσω μιὰ ἐποχή, ἐν μέρει καὶ τὴν
ὥρα νὰ περάσω, τὴν νύχτα χθὲς πῆρα μιὰ συλλογή
ἐπιγραφῶν τῶν Πτολεμαίων νὰ διαβάσω
Το 1914 υπήρχε μια μόνο συλλογή πτολεμαϊκών επιγραφών: ένα παράρτημα στο εγχειρίδιο του Max
Lebrecht Strack, Die Dynastie der Ptolemäer του 1897. Είναι και το μόνο βιβλίο εκείνης της εποχής που
παραθέτει επιγραφή για τον Καισαρίωνα, τον γιό της Κλεοπάτρας. Αν και ο Καβάφης δεν διάβαζε
γερμανικά και το μόνο γερμανικό βιβλίο της βιβλιοθήκης του ήταν μια μετάφραση των ποιημάτων του, θα
είχε πρόσβαση, ιδίως στην Αλεξάνδρεια, σε ένα από τα ελάχιστα τότε βιβλία για τους Πτολεμαίους.
Ο Καβάφης κατανοούσε επίσης τη σημασία του δημοσίου γραπτού κειμένου ως μέσου προπαγάνδας και
των επιγραφών πάνω σε νομίσματα ως εκφραστών της ιδεολογίας της μοναρχικής εξουσίας. Ο Φιλέλλην
παρουσιάζει έναν βασιλιά στην κεντρική Ασία να δίνει οδηγίες στον χαράκτη ενός νομίσματος.
Τὴν χάραξι φρόντισε τεχνικὰ νὰ γίνει.
Ἔκφρασις σοβαρὴ καὶ μεγαλοπρεπής.
Τὸ διάδημα καλλίτερα μᾶλλον στενό·
ἐκεῖνα τὰ φαρδιὰ τῶν Πάρθων δὲν μὲ ἀρέσουν.
Ἡ ἐπιγραφή, ὦς σύνηθες, ἑλληνικά·
ὄχ’ ὑπερβολική, ὄχι πομπώδης –
μὴν τὰ παρεξηγήσει ὁ ἀνθύπατος
ποὺ ὅλο σκαλίζει καὶ μηνᾶ στὴ Ρώμη-
ἀλλ’ ὅμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολὺ ἐκλεκτὸ ἀπ’ τὸ ἄλλο μέρος·
κανένας δισκοβόλος ἔφηβος ὡραῖος.
Πρὸ πάντων σὲ συστείνω νὰ κυττάξεις
(Σιθάσπη, πρὸς θεοῦ, νὰ μὴ λησμονηθεῖ)
μετὰ τὸ Βασιλεὺς καὶ τὸ Σωτήρ,
5
νὰ χαραχθεῖ μὲ γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
Καὶ τώρα μὴ μὲ ἀρχίζεις εὐφυολογίες,
τὰ «Ποῦ οἱ Ἕλληνες;» καὶ «Ποῦ τὰ Ἑλληνικά;
πίσω ἀπ’ τὸν Ζάγρο ἐδῶ, ἀπὸ τὰ Φράατα πέρα».
Τόσοι καὶ τόσοι βαρβαρότεροί μας ἄλλοι
ἀφοῦ τὸ γράφουν, θὰ τὸ γράψουμε κ’ ἐμεῖς.
Καὶ τέλος μὴ ξεχνᾶς ποὺ ἐνίοτε
μᾶς ἔρχοντ’ ἀπ’ τὴν Συρία σοφισταί,
καὶ στιχοπλόκοι, κι ἄλλοι ματαιόσπουδοι.
Ὥστε ἀνελλήνιστοι δὲν εἴμεθα, θαρρῶ.
Το ποίημα αυτό μας φέρνει στην καρδιά του θέματός μου: τη σημασία της φαινομενικής αυθεντικότητας
στα ποιήματα του Καβάφη. Το νόμισμα του Φιλέλληνα μονάρχη και οι επιγραφές του είναι προϊόν
επινόησης του Καβάφη. Η τεχνική του είναι απλή: Αφετηρία είναι υπαρκτά τεκμήρια, που δίνουν στο
ποίημα την αίσθηση της αυθεντικότητας, αλλά ο συνδυασμός τους είναι δημιουργία του ποιητή. Ας δούμε
τα επιμέρους στοιχεία.
Ο δισκοβόλος στον οπισθότυπο όντως κοσμεί νομίσματα, αλλά της Κω· οι τιμητικοί τίτλοι είναι όλοι
γνωστοί αλλά ποτέ σε αυτό τον συνδυασμό· το όνομα Σιθάσπης ακούγεται μεν περσικό (η ελληνική
κατάληξη -άσπης αποδίδει την περσική λέξη asp, άλογο), είναι όμως αμάρτυρο – ο Καβάφης ίσως το
εμπνεύστηκε από τον ναύαρχο του Δαρείου Σατάσπη, που τον αναφέρει ο Ηρόδοτος. Το φαρδύ διάδημα
των Πάρθων βασιλέων – σε αντίθεση προς αυτό των ελληνιστικών μοναρχών – το βλέπουμε όντως στα
νομίσματά τους (και ελάχιστοι ιστορικοί το έχουν προσέξει)· πλανόδιοι ποιητές και σοφιστές έφταναν
κατά καιρούς ως τα βάθη της Ασίας.
Ο πρωταγωνιστής του ποιήματος δεν υπήρξε ποτέ· επειδή όμως θα μπορούσε να είχε υπάρξει, το ειρωνικό
σχόλιο σε ανθρώπινες συμπεριφορές αποκτά εγκυρότητα. Στο ποίημα αυτό, αλλά και σε πολλά άλλα με
ιστορικά θέματα, ο Καβάφης μεταφέρει τον αναγνώστη στην απόμακρη αρχαιότητα με στοιχεία
αυθεντικότητας, για να του δημιουργήσει ένα αίσθημα ασφαλούς απόστασης από το φαινόμενο στο οποίο
κατευθύνει μια καυστική παρατήρηση, μέχρι ο αναγνώστης να κατανοήσει, όποιος το κατανοήσει, πως
6
στόχος της καυστικής παρατήρησης δεν είναι κάτι μακρινό, αλλά ένας τρόπος συμπεριφοράς από τον
χώρο της δικής μας εμπειρίας.
Για να το πετύχει αυτό, ο Καβάφης επιστρατεύει τη φαντασία που πηγαίνει πέρα από τα τεκμήρια. Για τη
χρήση της φαντασίας είτε για να καυτηριάσει καταστάσεις είτε για να εκφράσει ερωτικές επιθυμίες και
συναισθήματα, μιλά ο ίδιος ο Καβάφης σε δύο από τα σημαντικότερα ιστορικά του ποιήματα, στο «Στο
200 π.Χ.» και στον «Καισαρίωνα». Το πρώτο ποίημα ξεκινά με παράθεμα της μόνης αυθεντικής
επιγραφής στο έργο του – «Aλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων—». Συνεχίζει
όμως
«Μποροῦμε κάλλιστα νὰ φαντασθοῦμε πὼς θ’ ἀδιαφόρησαν παντάπασι στὴν Σπάρτη γιὰ τὴν ἐπιγραφὴν
αὐτή. «Πλην Λακεδαιμονίων».
Κανένας ιστορικός του Αλεξάνδρου όχι μόνο δεν προσπάθησε να φαντασθεί την αντίδραση στη Σπάρτη,
αλλά ούτε καν σκέφτηκε ποτέ να τη θέσει ως ερώτημα. Ως ιστορικός έχω τις αμφιβολίες για το αν
«μποροῦμε κάλλιστα νὰ φαντασθοῦμε», αλλά υποκλίνομαι στη ευφυΐα και την ευαισθησία του Καβάφη
να στρέψει την προσοχή από την επιγραφή του νικηφόρου βασιλιά στο αντίκτυπο που μπορεί να είχε
στους αρχαίους αναγνώστες.
Στον «Καισαρίωνα», του οποίου διάβασα τους πρώτους στίχους, ο Καβάφης συνεχίζει γράφοντας πόσο
τον απωθούν στις επιγραφές των Πτολεμαίων «οἱ ἄφθονοι ἔπαινοι κ᾿ ἡ κολακεῖες».
Ὅλοι εἶναι λαμπροί, ἔνδοξοι, κραταιοί,
ἀγαθοεργοί· κάθ’ ἐπιχείρησίς των σοφοτάτη.
Κάτι όμως τον συγκινεί στο βιβλίο:
Ὅταν κατόρθωσα τὴν ἐποχὴ νὰ ἐξακριβώσω
θἄφινα τὸ βιβλίο ἂν μιὰ μνεία μικρή, κι
ἀσήμαντη, τοῦ βασιλέως Καισαρίωνος δὲν
εἵλκυε τὴν προσοχή μου ἀμέσως ….
Παρουσιάζοντας τη μορφή του Καισαρίωνα ο Καβάφης μας αποκαλύπτει τον τρόπο που έχει πλάσει
όλους εκείνους τους αρχαίους άνδρες των στίχων του, έχοντας σαν αφορμή κάτι φαινομενικά ασήμαντο.
Στὴν ἱστορία λίγες γραμμὲς
μονάχα βρίσκονται γιὰ σένα,
κ’ ἔτσι πιὸ ἐλεύθερα σ’ ἔπλασα μὲς στὸν νοῦ μου.
Σ’ ἔπλασα ὡραῖο κ’ αἰσθηματικό.
Ἡ τέχνη μου στὸ πρόσωπό σου δίνει
μιὰν ὀνειρώδη συμπαθητικὴ ἐμορφιά.
Καὶ τόσο πλήρως σὲ φαντάσθηκα,
ποὺ χθὲς τὴν νύχτα ἀργά, σὰν ἔσβυνεν
ἡ λάμπα μου – ἄφισα ἐπίτηδες νὰ σβύνει –
ἐθάρρεψα ποὺ μπῆκες μὲς στὴν κάμαρά μου,
μὲ φάνηκε ποὺ ἐμπρός μου στάθηκες· ὡς θὰ ἤσουν
μὲς στὴν κατακτημένην Ἀλεξάνδρεια,
χλωμὸς καὶ κουρασμένος, ἰδεώδης ἐν τῇ λύπῃ σου,
ἐλπίζοντας ἀκόμη νὰ σὲ σπλαχνισθοῦν
οἱ φαῦλοι – ποὺ ψιθύριζαν τὸ «Πολυκαισαρίη».
Θυμίζω ότι με τη φράση «Δεν είναι καλό πράγμα η Πολυκαισαρίη» ο φιλόσοφος Άρειος Δίδυμος είχε
πείσει τον Οκταβιανό, θετό γιό του Καίσαρα, να σκοτώσει τον Καισαρίωνα, τον γνήσιο γιό του Καίσαρα. Ο
Καβάφης εκκινά από το παραμελημένο, μια τιμητική επιγραφή για τον Καισαρίωνα· το ότι αδυνατεί να
βρει πληροφορίες για το αγόρι που σκοτώθηκε σε ηλικία 17 ετών είναι μια πρόκληση για να τον πλάσει με
7
την τέχνη του και να του δώσει μια θέση σε 3 ποιήματά του. Τον πρωτοβρίσκουμε στο «Τυανεὺς
γλύπτης» του 1903: «πλησίον στοῦ μαρμάρου τοῦ κιτρινωποῦ | ἐκεῖνα τὰ κομάτια, εἶν᾿ ὁ Καισαρίων». Το
1912 περιγράφει με λεπτομέρειες τα ρούχα τους στους «Αλεξανδρινούς βασιλείς». Και τελικά του
αφιερώνει ένα ποίημα το 1914.
Με αυτές τις παρατηρήσεις κατά νου, ας δούμε τώρα πιο προσεκτικά τρεις επιγραφές που γίνονται
αντικείμενο ποιημάτων του. Το ποίημα Ἐν τῷ μηνὶ Ἀθύρ περιγράφει πιστά πώς κάποιος αγωνίζεται να
διαβάσει μια μισοσβυσμένη επιγραφή στην Αλεξάνδρεια της ύστερης αρχαιότητας. Στη γραφή του, ο
Καβάφης χρησιμοποιεί το επιγραφικό σύμβολο της αγκύλης για να δείξει τις συμπληρώσεις.
Μὲ δυσκολία διαβάζω στὴν πέτρα τὴν ἀρχαία.
«Κύ[ρι]ε Ἰησοῦ Χριστέ». Ἕνα «Ψυ[χ]ήν» διακρίνω.
«Ἐν τῷ μη[νὶ] Ἀθύρ» «Ὁ Λεύκιο[ς] ἐ[κοιμ]ήθη».
Στὴ μνεία τῆς ἡλικίας «Ἐβί[ωσ]εν ἐτῶν»,
τὸ Κάππα Ζήτα δείχνει ποὺ νέος ἐκοιμήθη.
Μὲς στὰ φθαρμένα βλέπω «Aὐτό[ν]… Ἀλεξανδρέα».
Μετὰ ἔχει τρεῖς γραμμὲς πολὺ ἀκρωτηριασμένες·
μὰ κάτι λέξεις βγάζω — σὰν «δ[ά]κρυα ἡμῶν», «ὀδύνην»,
κατόπιν πάλι «δάκρυα», καὶ «[ἡμ]ῖν τοῖς [φ]ίλοις πένθος».
Μέ φαίνεται ποὺ ὁ Λεύκιος μεγάλως θ’ ἀγαπήθη.
Ἐν τῷ μηνὶ Ἀθὺρ ὁ Λεύκιος ἐκοιμήθη.
Αυτή η επιγραφή δεν υπήρξε ποτέ, αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι όλα της τα στοιχεία όχι μόνο είναι
δυνατά σε μια αρχαία επιγραφή, αλλά και απαντούν μόνο ή κυρίως σε επιγραφές της Αιγύπτου. Η
αναφορά σε δάκρυα είναι κοινότυπη, αλλά η λέξη ὀδύνη εμφανίζεται σε μόνο 27 επιγραφές, οι 15 από τις
οποίες είναι χριστιανικές επιγραφές από την Αίγυπτο (στην έκφραση «ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη καὶ λύπη καὶ
στεναγμός»). Η επίκληση «Κύ[ρι]ε Ἰησοῦ Χριστέ» απαντά μόνο σε επιγραφές της Παλαιστίνης και της
Αιγύπτου, στην έκφραση «ἀνάπαυσον τὴν ψυχήν». Η λέξη ἐβίωσε μαρτυρείται σε 180 επιτύμβιες
επιγραφές, εκ των οποίων οι 132 (59%) είναι από την Αίγυπτο, τη Νουβία και την Κυρηναϊκή. Το ίδιο
ισχύει και για το ἐκοιμήθη. Το 62% των μαρτυριών είναι από την Αίγυπτο και τη Νουβία. Και φυσικά ο
Αιγυπτιακός μήνας «Ἀθύρ» εμφανίζεται σε επιγραφές της Αιγύπτου. H επιγραφή αυτή είναι ένα
συμπίλημα τεκμηριωμένων εκφράσεων. Δεν αποκλείεται η έμπνευση του Καβάφη να ήρθε από μια
επιγραφή στη συλλογή του Alexander Yule στην Αλεξάνδρεια, που είναι η μόνη, απ᾿ όσο μπόρεσα να δω,
που συνδυάζει πολλές από αυτές τις εκφράσεις και ήταν δημοσιευμένη ήδη εκείνη την εποχή.
8
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς ο Καβάφης χρησιμοποιεί αρχαίες επιγραφές για να
απευθυνθεί στις αισθήσεις και τα συναισθήματα του αναγνώστη με ενάργεια είναι το ποίημα Εὐρίωνος
τάφος.
Εἰς τὸ περίτεχνον αὐτὸ μνημεῖον,
ὁλόκληρον ἐκ λίθου συηνίτου,
ποὺ τὸ σκεπάζουν τόσοι μενεξέδες, τόσοι κρίνοι,
εἶναι θαμένος ὁ ὡραῖος Εὐρίων.
Παιδὶ ἀλεξανδρινό, εἴκοσι πέντε χρόνων.
Ἀπ᾿τὸν πατέρα του, γενιὰ παληὰ τῶν Μακεδόνων,
ἀπὸ ἀλαβάρχας τῆς μητέρας του ἡ σειρά.
Ἔκαμε μαθητὴς τοῦ Ἀριστοκλείτου στὴν φιλοσοφία,
τοῦ Πάρου στὰ ρητορικά. Στὰς Θήβας τὰ ἱερὰ
γράμματα σπούδασε. Τοῦ Ἀρσινοΐτου νομοῦ
συνέγραψε ἱστορία. Αὐτὸ τουλάχιστον θὰ μείνει.
Χάσαμεν ὅμως τὸ πιὸ τίμιο – τὴν μορφή του,
ποὺ ἤτανε σὰν μιὰ ἀπολλώνια ὁπτασία.
H περιγραφή του τάφου, από πέτρα της Συήνης, δηλαδή από τα ορυχεία γρανίτη του σημερινού Ασσουάν,
απευθύνεται στην όραση και την αφή μας, το ίδιο κι οι μενεξέδες και οι κρίνοι, που προσθέτουν και την
όσφρηση στις αισθήσεις και υπογραμμίζουν την αντίθεση ανάμεσα στον σκληρό, άφθαρτο και μνημειώδη
γρανίτη και τα μαλακά, φθαρτά και μικρά άνθη. Ο βίος του Ευρίωνα είναι επιτομή των αλεξανδρινών
αντιθέσεων. Από την πλευρά του πατέρα είναι γόνος των Μακεδόνων απόμαχων που βρέθηκαν στην
Αλεξάνδρεια με τον Αλέξανδρο και τον Πτολεμαίο· για τους προγόνους από την πλευρά της μητέρας του
δεν αναφέρεται η καταγωγή, αλλά με το αξίωμα του αλαβάρχη (ή αραβάρχη), αξιωματούχου
επιφορτισμένου από τη ρωμαϊκή διοίκηση με τη συλλογή δασμών, ο Καβάφης δίνει μια νύξη στον
μορφωμένο αναγνώστη του. Ο γνωστότερος αλαβάρχης ήταν ο Τιβέριος Ιούλιος Αλέξανδρος, ο πατέρας
του περίφημου Ιουδαίου φιλοσόφου Φίλωνα του Αλεξανδρέως. Στις σπουδές του ο Ευρίων συνδυάζει την
ελληνική φιλοσοφία και ρητορική, με τη μελέτη των ιερογλυφικών κειμένων (των ἱερών γραμμάτων) στις
Θήβες, την ιερή πόλη του Άμμωνα – η έκφραση «ἱερά γράμματα» χρησιμοποιείται στα τιμητικά
ψηφίσματα ιερέων για τους Πτολεμαίους βασιλείς. Ο Καβάφης κάνει τον Ευρίωνα συγγραφέα μιας
τοπικής ιστορίας· και αυτή η λεπτομέρεια είναι γνήσια, αφού γνωρίζουμε τοπικούς ιστοριογράφους σε
τιμητικές και επιτύμβιες επιγραφές (τις συνέλεξα 70 χρόνια μετά αυτό το ποίημα στη διδακτορική μου
διατριβή). Όπως παραδειγματικά ο Ευρίων εκφράζει την ανάμειξη πολιτισμών, έτσι και το ποίημα αυτό
παραδειγματικά μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα από τα κεντρικά θέματα της καβαφικής ποίησης: τον
φευγαλέο χαρακτήρα της νεανικής ομορφιάς που καθώς καταλύεται από τον χρόνο αφήνει ένα αίσθημα
ακατάλυτης πίκρας. Όπως το κείμενο ξεκινά με την αντίθεση ανάμεσα στο μνημείο από γρανίτη και τα
χαμολούλουδα που καταφέρνουν για λίγο μόνο να το σκεπάσουν, έτσι και τελειώνει με την αντίθεση
ανάμεσα σε ό,τι μένει κι ό,τι χάθηκε για πάντα: στα γραπτά (την ιστορία του Αρσινοΐτη νομού και το
επιτύμβιο μνημείο) και στη σωματική ομορφιά:
Χάσαμεν ὅμως τὸ πιὸ τίμιο – τὴν μορφή του.
Η επιγραφή που υποτίθεται ότι εμπνέει το ποίημα δεν υπήρξε ποτέ, αν και τα επιμέρους στοιχεία της
ανήκουν στον χώρο του δυνατού. Και τα τρία ονόματα που αναφέρονται, Ευρίων, Αριστόκλειτος και Πάρος
μαρτυρούνται στην αρχαιότητα, αλλά είναι εξαιρετικά σπάνια, με μαρτυρίες μόνο σε τόμους των
Inscriptiones Graecae που είχαν κυκλοφορήσει λίγα χρόνια πριν. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Καβάφης
επιλέγει σπανιότατα ονόματα. Στις επιγραφές αναζητά το παραμελημένο. Με το να δίνει στους
πρωταγωνιστές των επινοημένων επιγραφών του σπάνια ονόματα (Ευρίων, Πάρος, Αριστοκλής) ή και
9
ανύπαρκτα που ηχούν όμως ελληνικά και αιγυπτιακά (Ιασής, Αμμόνης, Μονάης, Ραμέτιχος) ο Καβάφης
ανασύρει αυτούς τους άνδρες το στερεότυπο και το κοινότυπο· κι αν όλοι τους έχουν κάτι κοινό, όλοι
πέθαναν μεταξύ 20 και 29 χρόνων, όπως και οι στενοί του φίλοι Στέφανος Σκυλίτσης στα 19 του (1886)
και ο Μικές Ράλλης στα 23 του (1889), η μοίρα τους δεν φαντάζει κοινότυπη· οι εκφράσεις της θλίψης δεν
είναι στερεότυπες· η διέγερση του συναισθήματος είναι κάθε φορά μοναδική. Ακριβώς αυτό ξεχωρίζει
αυτά τα ποιήματα από τα κατ᾿ εξοχήν ιστορικά ποιήματα του Καβάφη και τα φέρνει κοντά στα λεγόμενα
ηδονιστικά. Το αντικείμενό τους δεν είναι η ιστορία, αλλά τα ανθρώπινα πάθη. Για τον λόγο αυτό οι
επιγραφές δεν χρειάζεται να είναι αυθεντικές και είναι επινοημένες. Η αρχαιότητα είναι απλώς ένα
σκηνικό, όπου αρχαίες μορφές πρωταγωνιστούν σε ένα διαχρονικό δράμα: το δράμα της φευγαλέας
αγάπης, της πρόσκαιρης ομορφιάς, της ακαταμάχητης φθοράς. Στο δράμα αυτό επιφυλάσσει και ο
Καβάφης, άριστος ηθοποιός και σκηνοθέτης του βίου του, έναν ρόλο και για τον εαυτό του, που τον
τοποθετεί στην ίδια χρονική στιγμή με τους συγγραφείς και αναγνώστες των επιγραφών του, όταν μιλά
στο πρώτο πρόσωπο και διαλέγεται μαζί τους, ως ταξιδιώτης του χρόνου. Στον «Καισαρίωνα» ακούμε του
ποιητή τη φωνή να απευθύνεται στον έφηβο γιο της Κλεοπάτρας: «ἦρθες σύ». Όταν ο Ιασής, που οι
καταχρήσεις τον εσκότωσαν ζητά την επιείκεια του διαβάτη, είναι και ο Καβάφης που απευθύνεται στον
αλεξανδρινό παροδίτη: ἂν εἶσαι Ἀλεξανδρεύς, δὲν θὰ ἐπικρίνεις. Ξέρεις τὴν ὀρμή τοῦ βίου μας· τί θέρμην ἔχει·
τί ἡδονὴ ὑπερτάτη.
Κι αν επιλέγει λίθινες επιγραφές είναι γιατί αυτό το υλικό του επιτρέπει να εκφράσει καλύτερα την
αντίθεση ανάμεσα στη φθαρτή ομορφιά και την άφθαρτη πέτρα που κρατά την ανάμνηση μεταδίδοντας
πόνο και νοσταλγία.
Και έρχομαι στο τελευταίο ποίημα της ομιλίας μου, ένα ποίημα γραμμένο το 1913 αλλά δημοσιευμένο το
1931, ένα ποίημα της ωριμότητας: Το «Στα 200 π.Χ.», το ποίημα που κατ᾿εξοχήν εκφράζει την αντίληψη
του Καβάφη για έναν ελληνισμό που είναι ευρύτερος από τα παλαιοελλαδίτικα σύνορα, ένα ποίημα
ιστορικής ευαισθησίας. Η αφετηρία του είναι πάλι μια επιγραφή, η μόνη αυθεντική επιγραφή στο σύνολο
του έργου του και η μόνη επιγραφή που δεν είναι επιτύμβια. Είναι η αναθηματική επιγραφή που ο
Αλέξανδρος έδωσε εντολή να γραφεί στις ασπίδες που αφιέρωσε στην Αθηνά στην Ακρόπολη μετά τη
νίκη του στον Γρανικό: «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων …»
Αυτό που ακολουθεί μετά από το παράθεμα δεν είναι όμως η άποψη του σύγχρονου αναγνώστη αλλά το τί
ο Καβάφης φαντάζεται ότι θα ήταν η άποψη του αρχαίου Σπαρτιάτη αναγνώστη:
Μποροῦμε κάλλιστα νὰ φαντασθοῦμε
πὼς θ’ ἀδιαφόρησαν παντάπασι στὴν Σπάρτη
γιὰ τὴν ἐπιγραφὴν αὐτή. «Πλὴν Λακεδαιμονίων,
μὰ φυσικά. Δὲν ἦσαν οἱ Σπαρτιάται
γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγοῦν καὶ γιὰ νὰ τοὺς προστάζουν
σὰν πολυτίμους ὑπηρέτας. Ἄλλωστε
μιὰ πανελλήνια ἐκστρατεία χωρὶς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ ἀρχηγὸ
δὲ θὰ τοὺς φαίνονταν πολλῆς περιωπῆς.
Α, βεβαιότατα «πλὴν Λακεδαιμονίων.
Εἶναι κι αὐτὴ μιὰ στάσις. Νοιώθεται.
Αν και το ποίημα καταλήγει σε έναν ύμνο για τη διάδοση της κοινής ελληνικής λαλιάς στην περιφέρεια
του ελληνικού κόσμου, ο ύμνος συνδέεται με την κριτική. Ο ποιητής στιγματίζει την αποτυχία των
Ελλήνων να βρεθούν ενωμένοι έστω και για μια στιγμή.
Ἔτσι, πλὴν Λακεδαιμονίων στὸν Γρανικό·
καὶ στὴν Ἰσσὸ μετά· καὶ στὴν τελειωτικὴ
10
τὴν μάχη, ὅπου ἐσαρώθη ὁ φοβερὸς στρατὸς
ποὺ στ’ Ἄρβηλα συγκέντρωσαν οἱ Πέρσαι –
ποὺ ἀπ’ τ’ Ἄρβηλα ξεκίνησε γιὰ νίκην, κ’ ἐσαρώθη.
Η πανελλήνια εκστρατεία, που οι επόμενοι στίχοι υμνούν, δεν ήταν τελικά πανελλήνια.
κι ἀπ’ τὴν θαυμάσια πανελλήνιαν ἐκστρατεία,
τὴν νικηφόρα, τὴν περίλαμπρη,
τὴν περιλάλητη, τὴν δοξασμένη
ὡς ἄλλη δὲν δοξάσθηκε καμμιά,
τὴν ἀπαράμιλλη – βγήκαμ’ ἐμεῖς:
ἑλληνικὸς καινούριος κόσμος, μέγας!
Ἐμεῖς! Οἱ Ἀλεξανδρεῖς, οἱ Ἀντιοχεῖς,
οἱ Σελευκεῖς, κ’ οἱ πολυάριθμοι
ἐπίλοιποι Ἕλληνες Αἰγύπτου καὶ Συρίας,
κ’ οἱ ἐν Μηδίᾳ, κ’ οἱ ἐν Περσίδι, κι ὅσοι ἄλλοι!
Μὲ τὲς ἐκτεταμένες ἐπικράτειες,
μὲ τὴν ποικίλη δράσι τῶν στοχαστικῶν προσαρμογῶν!
Καὶ τὴν Κοινὴν Ἑλληνικὴ λαλιὰ
ὡς μέσα στὴν Βακτριανὴ τὴν πήγαμεν, ὡς τοὺς Ἰνδούς!
Γιὰ Λακεδαιμονίους νὰ μιλοῦμε τώρα!..
Καθώς το ποίημα αναγγέλλει τη γέννηση ενός νέου κόσμου (βγήκαμ’ ἐμεῖς· ἑλληνικὸς καινούριος κόσμος,
μέγας) γίνεται ταυτόχρονα το επιτύμβιο επίγραμμα ενός παλιού. Ιδιοφυώς ο Καβάφης μετατρέπει την
αναθηματική επιγραφή του Αλεξάνδρου στην επιτύμβια επιγραφή ενός κόσμου που έχασε τη σημασία
του. Αλλά χρονολογώντας το ποίημα στο 200 π.Χ., τη χρονιά που αρχίζει η ρωμαϊκή επέκταση στην
Ελλάδα με τον Δεύτερο Μακεδονικό Πόλεμο, ο Καβάφης υπαινίσσεται την αντίθεση ανάμεσα στον
κομπασμό του εκπροσώπου του «ελληνικού καινούριου κόσμου» και την κατάρρευση που πρόκειται να
επέλθει σε λίγα χρόνια.
Αυτή η στάση του Καβάφη απέναντι σε ένα παρελθόν που είναι ζωντανό μόνο σαν μνήμη και φαντασία,
φέρνει τα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη κοντά στα ηδονιστικά. Ακριβώς όπως τα ερωτικά του
ποιήματα είναι κατά κάποιο τρόπο επιτύμβια επιγράμματα και μνημεία ερωτικών σχέσεων που έχουν
σβύσει και μόνο στοιχειώνουν το παρόν, έτσι και τα ιστορικά του ποιήματα είναι επιτάφιοι ενός
παρελθόντος που είναι αμετάκλητα νεκρό, αν και μπορεί να έχει ακόμα σημασία, μπορεί ακόμα να μας
επισκέπτεται στα όνειρα, να τροφοδοτεί τη φαντασία και τη σκέψη μας, να στοιχειώνει τις ζωές μας, να
μας γεμίζει με πόθο, με την επιθυμία για κάτι μακρινό και χαμένο.
Το ποίημα αυτό είναι όμως και το ειρωνικό σχόλιο του Έλληνα της διασποράς για μια από τις μεγάλες
δυνάμεις της κλασικής Ελλάδας, τη Σπάρτη. Για το σχόλιο αυτό ο Καβάφης χρησιμοποιεί τα λόγια ενός
άλλου Έλληνα της περιφέρειας: του Αλεξάνδρου. Παραθέτει τη σύντομη επιγραφή με την οποία ο
Αλέξανδρος με λακωνική συντομία (13 λέξεις) ταπείνωσε τον μόνο εχθρό που δεν μπόρεσε ποτέ να νικήσει
σε μάχη.
Με τον ίδιο τρόπο και το σαρκαστικό «Γιὰ Λακεδαιμονίους νὰ μιλοῦμε τώρα!» εκφράζει την περιφρόνησή
του για τους αλαζόνες εκπροσώπους μιας νεκρής υπερδύναμης. Το «εμείς» του ποιήματος είναι το «εμείς»
των Ελλήνων του Νέου ελληνιστικού κόσμου, αλλά και το «εμείς» των Ελλήνων της διασποράς, το
«εμείς» των Ελλήνων των νέων χωρών που είχαν ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος το 1913 και
αντιμετώπιζαν τη δυσπιστία και την εχθρότητα των παλαιοελλαδιτών. Δυστυχώς δεν μπορεί να είναι το
«εμείς» των σημερινών Ελλήνων που μετά από 10 χρόνια κρίσης δεν κατορθώσαμε να δημιουργήσουμε
11
έναν «ελληνικό καινούργιο κόσμο μέγα» και να αρθρώσουμε το δικό μας «Γιὰ Λακεδαιμονίους νὰ μιλοῦμε
τώρα!».
Όπως κάθε καλός ιστορικός, ο Καβάφης εξετάζει το παρελθόν βρισκόμενος σε έναν διαρκή διάλογο με το
παρόν. Χρησιμοποιεί αυθεντικές επιγραφές για να σχολιάσει, να ειρωνευτεί ή να καυτηριάσει
συμπεριφορές και φαινόμενα σύγχρονα και διαχρονικά. Επινοεί επιγραφές που δίνουν την εντύπωση
αυθεντικότητας αλλά και δημιουργούν μια απατηλή απόσταση ανάμεσα στο σήμερα και το τότε, για να
εκφράσει και να διεγείρει συναισθήματα, για να υπογραμμίσει ακόμα περισσότερο τη φθορά και την
απώλεια, με τον ίδιο τρόπο που παραπέμπει σε παλιά βιβλία και παλιές εικόνες. Το υλικό της πέτρας του
επιτρέπει να τονίσει την αντίθεση ανάμεσα στον άφθαρτο φορέα της μνήμης και τη φθορά του ανθρωπίνου
σώματος και των ανθρωπίνων σχέσεων.
Λίγα χρόνια πριν ο Καβάφης αρχίσει να συνθέτει αρχαίες επιγραφές ή να τις χρησιμοποιεί ως αφορμή για
τις διεισδυτικές παρατηρήσεις του για ανθρώπινα πάθη και συμπεριφορές, ένας άλλος Έλληνας της
περιφέρειας, ο Μαργαρίτης Δήμιτσας, καθηγητής στο ιδιωτικό ελληνικό σχολείο του Μοναστηρίου
συνέλεγε ελληνικές επιγραφές στη Μακεδονία. Στο σύγγραμμά του, που εκδόθηκε το 1896, έδωσε τον
χαρακτηριστικό τίτλο Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις καὶ μνημείοις σωζoμένοις. Έναν ανάλογο τίτλο,
Saxa loquuntur, έδωσε ο Hondius στο εγχειρίδιο επιγραφικής που εξέδωσε το 1938. Η έκφραση
προέρχεται από μια πύλη του Σάλτσμπουργκ με την επιγραφή te saxa loquntur (για σένα μιλούν οι
λίθοι). Για τους λογίους της γενιάς του Καβάφη και του Δήμιτσα, αλλά και του Freud, που χρησιμοποιεί
την έκφραση αυτή στην Αιτιολογία της υστερίας, οι επιγραφές μιλούν για ανθρώπους που έχουν σιγήσει.
Δεν ήταν το άψυχο αντικείμενο που εξετάζεται με χειρουργική ακρίβεια από λίγους ειδικούς, αλλά μια
πύλη για την παρατήρηση ανθρώπινης συμπεριφοράς, ιδιωτικής και δημόσιας, μια πύλη σε ανθρώπινες
ψυχές και πάθη: «ἐμβαίνομεν μαζὺ των εἰς τὸν ζωηρόν βίον μιᾶς περιέργου κοινωνίας», για να παραφράσω
τον Καβάφη. Ο Καβάφης και ο Δήμιτσας δεν διακατέχονταν από τον φόβο που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη
ενασχόληση με την επιγραφική, όταν η επιγραφική θεραπεύεται ως μυστηριακή λατρεία. Ο τρόπος που ο
Καβάφης προσεγγίζει τις επιγραφές, είτε είναι η αφιέρωση του Αλεξάνδρου στην Αθήνα και κάποια
τιμητική επιγραφή για την Κλεοπάτρα και τον Πτολεμαίο Φιλομήτορα τον νέον Καίσαρα, είτε το
επιτύμβιο κάποιου άωρου Αλεξανδρέα, θα πρέπει να μας ενθαρρύνει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε
τις επιγραφές όχι ως εγχάρακτους λίθους, αλλά ως λίθους φθεγγομένους που μας φέρνουν τις φωνές
ανθρώπων που έζησαν, χάρηκαν, πόνεσαν, ονειρεύτηκαν, μίσησαν, οργίστηκαν, δημιούργησαν. Και αυτό
δεν είναι μόνο υπόθεση των επιγραφικών και των νομισματικών, αλλά κάθε εκπροσώπου των
αρχαιογνωστικών επιστημών. Όταν η χρήση των νομισμάτων και των επιγραφών θα είναι τόσο
αυτονόητη, που να μην χρειάζονται εξειδικευμένοι επιγραφικοί, τότε και μόνο τότε η επιγραφική και η
νομισματική θα έχουν πετύχει τον στόχο τους, όταν δηλαδή θα έχουν γίνει περιττές ως εξειδικευμένα
γνωστικά αντικείμενα.