Παγώνα Παπαδοπούλου

 

 

Βιβλιοπαρουσίαση

Νομισματικό Μουσείο, Αθήνα

18 Δεκεμβρίου 2019

 

 

Γιόρκα Νικολάου και Ιωάννης Τουράτσογλου

Η κυκλοφορία του βυζαντινού νομίσματος στο χώρο του Ελλαδικού κορμού και στα Βαλκάνια. Η μαρτυρία των «θησαυρών» : 5ος -15ος αιώνες, Οβολός 14, Αθήνα 2019

 

Ο 14ος τόμος του Οβολού είναι αφιερωμένος στην κυκλοφορία του βυζαντινού νομίσματος στον χώρο του ελλαδικού κορμού και στα Βαλκάνια και δη στη μαρτυρία των θησαυρών για την περίοδο από τον 5ο έως το 15ο αιώνα. Πρόκειται για την πιο πρόσφατη κυκλοφορία του Οβολού,της επιτυχημένης επιστημονικής σειράς νομισματικών εκδόσεων των Φίλων του Νομισματικού Μουσείου, που περιλαμβάνει πρακτικά συνεδρίων, αλλά και εξειδικευμένες μελέτες. Ο τελευταίος αυτός τόμος έρχεται να πλουτίσει τις γνώσεις μας για τα θησαυρικά σύνολα των βυζαντινών χρόνων και να αποκαλύψει τον πλούτο των πληροφοριών που μπορεί να δώσει η συστηματική μελέτη τους, τόσο για τη νομισματική παραγωγή και κυκλοφορία, όσο και για τη βυζαντινή οικονομία γενικότερα.

Στην αρχική της μορφή η μελέτη αυτή παρουσιάστηκε στη διημερίδα στη μνήμη της Μάντως Οικονομίδου, που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 2016 και της οποίας τα πρακτικά εκδόθηκαν ως 13ος τόμος του Οβολού το 2018 (Παπαευθυμίου 2018). Λόγω της έκτασής της, αποφασίστηκε να μην περιληφθεί στη δημοσίευση εκείνη, αλλά να αποτελέσει αυτοτελή έκδοση. Συγγραφείς του έργου η Γιόρκα Νικολάου, μέλος του δυναμικού του Νομισματικού Μουσείου με πολυετή πείρα και πολυποίκιλη ενασχόληση με τους νομισματικούς θησαυρούς και τη μαρτυρία τους, ιδιαιτέρως κατά τους βυζαντινούς και μέσους χρόνους, και ο πολύς Γιάννης Τουράτσογλου, μεταξύ άλλων επίτιμος διευθυντής του Νομισματικού Μουσείου και, κυρίως, ένας από τους σημαντικότερους νομισματολόγους της γενιάς του όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και με διεθνώς. Ενδεικτικά αναφέρω την πιο πρόσφατη διεθνή διάκρισή του, την απονομή του μεταλλίου Archer M. Huntington της American Numismatic Society σε μια συγκινητική εκδήλωση στο Cotsen Hall της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών τον Μάιο του 2013. Ο Γιάννης Τουράτσογλου υπήρξε μόλις ο δεύτερος Έλληνας που τιμήθηκε με το βραβείο αυτό. Είχε προηγηθεί το 1921 ο Ιωάννης Σβορώνος (βλ. American Numismatic Society, Recipients of the Huntington Medal Award, http://numismatics.org/huntingtonwinners/  – τελευταία πρόσβαση 04/01/2022).

Συχνά σε παλαιότερες συζητήσεις μας, ο Γιάννης Τουράτσογλου είχε εκφράσει την λύπη του για την απουσία μιας συνολικής – ως προς τη γεωγραφική και χρονική διάσταση –θεώρηση της κυκλοφορίας του βυζαντινού νομίσματος. Το εγχείρημα φάνταζε ακατόρθωτο, δεδομένου του όγκου του δημοσιευμένου υλικού, σε πολλές διαφορετικές γλώσσες, συχνά σε δυσεύρετα περιοδικά. Πέρα όμως από τη συγκέντρωση του υλικού, αυτό που θα φόβιζε κάθε ερευνητή είναι η δεξιοτεχνία που θα απαιτούσε η επεξεργασία των δεδομένων για την εξαγωγή στέρεων συμπερασμάτων. Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει εν πολλοίς η παρούσα έκδοση, η οποία στηρίζεται στη μεγάλη πείρα και εξοικείωση με το αντικείμενο μελέτης των συγγραφέων.

Πυρήνα του εγχειρήματος αποτελεί ένας σχεδόν εξαντλητικός κατάλογος των γνωστών θησαυρικών συνόλων από τον ελλαδικό κορμό και τα Βαλκάνια από τα τέλη του 5ου αιώνα, οπότε και τοποθετούνται οι απαρχές της βυζαντινής νομισματικής, έως και την πτώση της αυτοκρατορίας το 1453. Βάσει των εγγραφών του καταλόγου αυτού, που αγγίζουν τον εντυπωσιακό αριθμό των 728, οι Νικολάου και Τουράτσογλου προχωρούν στην εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τις τάσεις και τις ιδιαιτερότητες της νομισματικής κυκλοφορίας στις περιοχές αυτές ανά περίοδο, σε συνάρτηση πάντοτε με τις ιδιαίτερες ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν. Στο τέλος του τόμου παρατίθενται διαγράμματα που κωδικοποιούν την ποσοτική και ποιοτική ανάλυση του υλικού ανά περίοδο. Η γεωγραφική διασπορά των ευρημάτων αποτυπώνεται σε 15 δισέλιδους χάρτες, και ακολουθεί επιλεγμένη βιβλιογραφία. Η έκδοση συνοδεύεται από αγγλική μετάφραση του συνοδευτικού του καταλόγου κειμένου.

Διαβάζοντας τον σχολιασμό του θησαυρικού υλικού στις σελίδες που προηγούνται του καταλόγου, ακόμη και απουσία συγκεκριμένων παραπομπών, εύκολα μπορεί κανείς να διακρίνει πίσω από τα εξαγόμενα συμπεράσματα τις πολυετείς μελέτες και πολυάριθμες δημοσιεύσεις του Γιάννη Τουράτσογλου στον τομέα της βυζαντινής νομισματικής. Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, προτού προχωρήσω στην παρουσίαση του τόμου, να παρουσιάσω συνοπτικά την πορεία που προηγήθηκε. Την πορεία που ακολούθησε ο Γιάννης Τουράτσογλου, όχι ο αρχαιολόγος, νομισματολόγος και επιγραφικός της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, αλλά ο – ίσως λιγότερο γνωστός – βυζαντινολόγος Γιάννης Τουράτσογλου.

Πρώιμη ένδειξη της στενής σχέσης που επρόκειτο να αναπτύξει ο Γιάννης Τουράτσογλου με τη βυζαντινή νομισματική αποτελεί το γεγονός ότι μόλις η τρίτη του νομισματική δημοσίευση, στο Αρχαιολογικό Δελτίο του 1971, ήταν αφιερωμένη στη βυζαντινή νομισματοκοπία, και δη στις κοπές του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1258/61-1282) με απεικόνιση κρινανθέμου, τις οποίες ο συγγραφέας συσχέτισε με τον οπισθότυπο των φιορινιών της Φλωρεντίας και το μεγάλο ‘fleurdelisflorencéeπου τον κοσμούσε (Touratsoglou 1971).

Μεταξύ 1973 και 1976 ακολούθησε μια σειρά από άρθρα, στα οποία ο Γιάννης Τουράτσογλου δημοσίευσε σημαντικό αριθμό άγνωστων έως τότε θησαυρών από τον χώρο της Μακεδονίας και Θράκης με χρονολογία απόκρυψης τον 12ο και 13ο αιώνα (Touratsoglou 1973α, Touratsoglou 1973 β, Tουράτσογλου 1974 α, Tουράτσογλου 1974β, Τουράτσογλου 1976, Τουράτσογλου – Λοβερδου-Τσιγαρίδα 1976). Τη στροφή του προς τις στρυφνές αυτές χαλκάργυρες και χαλκές κοπές, απομιμήσεις στο μεγαλύτερο μέρος τους, που ακόμη και σήμερα κρατούν τα μυστικά τους καλά κρυμμένα και βασανίζουν τους μελετητές, προκάλεσε από τη μία η τοποθέτησή του ως Επιμελητή αρχαιοτήτων,υπεύθυνου για ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία, που του επέτρεψε την πρόσβαση σε άγνωστο ως τότε υλικό, και από την άλλη η δημοσίευση της καθοριστικής για την νομισματοκοπία της περιόδου μονογραφίας του Michael Hendy, Coinage and Money in the Byzantine Empire, 1081-1261 (Hendy 1969). Αν και πρωτοποριακά, τα συμπεράσματα του Hendy είχαν προκύψει κυρίως από την εξέταση θησαυρών προερχόμενων από τα βουλγαρικά εδάφη. Οι μελέτες του Γιάννη Τουράτσογλου ήταν οι πρώτες που έφεραν στο φως αντίστοιχο υλικό από άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας, θέτοντας σε αμφισβήτηση πολλά από τα συμπεράσματα του Michael Hendy, όπως την απόδοση στο Β΄ Βουλγαρικό βασίλειο των απομιμήσεων των κοπών του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1143-1180), Ισαακίου Β΄ (1185-1195) και Αλεξίου Γ΄ Αγγέλου (1195-1203). Έτσι, οι «βουλγαρικές» απομιμήσεις, όπως ο Hendy είχε βαπτίσει τις κοπές αυτές,μετατράπηκαν σε «πιστές» απομιμήσεις, όρο ουδέτερο, χωρίς εθνική – ή εθνικιστική – φόρτιση. Το παράδειγμα του Τουράτσογλου ακολούθησαν αργότερα και άλλοι μελετητές, τόσο από την Ελλάδα όσο και από άλλες βαλκανικές χώρες, επιτρέποντας μια πιο ισορροπημένη θεώρηση των νομισματικών πραγμάτων κατά τον 12ο και 13ο αιώνα.

Η περίοδος αμέσως πριν και μετά την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 και η νομισματική πολυφωνία που προκάλεσε, συνέχισε να απασχολεί τον Γιάννη Τουράτσογλου. Ακολούθησε η δημοσίευση και άλλων θησαυρών τραχέων από κράμα, με πιο πρόσφατο τον θρακικό θησαυρό της Ρούσσας (Τουράτσογλου – Τριαντάφυλλος 2011), αλλά κυρίως μια σειρά από άρθρα που εξέταζαν τις υπόλοιπες υποδιαιρέσεις του νομισματικού συστήματος που είχε εισαγάγει η μεταρρύθμιση του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) το 1092 και το οποίο έμελλε να επιβιώσει για περισσότερο από έναν αιώνα. Έτσι, το 1989, με αφορμή τον θησαυρό Κομοτηνή/1979 (;) και σε συνεργασία με την Μάντω Οικονομίδου, την Ηώ Τσούρτη και τη Μίνα Γαλάνη-Κρίκου θα συγκεντρώσουν όλους τους θησαυρούς και μεμονωμένα ευρήματα χάλκινων τεταρτηρών και μισών τεταρτηρών, προκειμένου να μελετήσουν συνολικά την κυκλοφορία των μικρών αυτών κομνήνειων υποδιαιρέσεων (Οικονομίδου κ.ά. 1989). Ακόμη και σήμερα, τριάντα χρόνια αργότερα, η μελέτη αυτή παραμένει σημείο αναφοράς.

Ένας θησαυρός υπερπύρων από τη Μελίβοια Λαρίσης θα σταθεί η αφορμή για να μελετήσει, μαζί με την αείμνηστη Βάσω Πέννα, την κυκλοφορία των χρυσών αυτών νομισμάτων στον 12ο αιώνα βάσει της θησαυρικής μαρτυρίας. Η μελέτη τους κατέδειξε τη στενή σχέση που παρατηρείται την περίοδο αυτή μεταξύ αποκρύψεων σε χρυσό και μοναστικών καθιδρυμάτων ή αυτοκρατορικών γαιών (Πέννα – Τουράτσογλου 2004).Τέλος, στο Ολοκότινον, τον τόμο που συνεπιμελήθηκε με την Ελένη Παπαευθυμίου στη μνήμη του Πέτρου Πρωτονοτάριου, ασχολήθηκε, και πάλι βάσει της μαρτυρίας των θησαυρών, με την κυκλοφορία των άσπρων τραχέων από ήλεκτρο, τόσο στον 12ο, όσο και στον 13ο αιώνα, ολοκληρώνοντας κατ’αυτόν τον τρόπο την εξέταση όλων των κομνήνειων υποδιαιρέσεων (Τουράτσογλου 2013).

Παράλληλα, κατά καιρούς θα επανερχόταν στην παλαιολόγεια περίοδο, που είχε αποτελέσει το αντικείμενο της πρώτης του βυζαντινολογικής δημοσίευσης. Επρόκειτο άλλοτε για δημοσιεύσεις θησαυρών, όπως αυτός των Ιωαννίνων (Τουράτσογλου 1999-2001), και άλλοτε για ευρύτερες θεωρήσεις, όπως οι δύο μελέτες του για τα νομισματικά πράγματα στην εποχή των Παλαιολόγων στην περιοχή της Μακεδονίας, όπου μάλιστα προχώρησε και σε πολύ ενδιαφέρουσες εικονογραφικές παρατηρήσεις (Touratsoglou 1987, Τουράτσογλου 2002). Η ολοένα αυξανόμενη διείσδυση ξένου νομίσματος και δη των ενετικών αργυρώνgrossi στα εδάφη της αυτοκρατορίας αυτήν ακριβώς την εποχή τον απασχόλησε σε μελέτη που συνυπέγραψε με τονJulianBaker το 2002 (Touratsoglou – Baker 2002).

Αν και η Κομνήνεια και Παλαιολόγεια περίοδος υπήρξαν κατά κάποιον τρόπο οι αγαπημένες περίοδοι ενασχόλησής του, ο Γιάννης Τουράτσογλου έχει να επιδείξει σημαντικό έργο και όσον αφορά σε πρωιμότερες περιόδους της βυζαντινής ιστορίας. Και πάλι, το έργο του δεν περιορίζεται σε δημοσιεύσεις θησαυρών, όπως το εύρημα χρυσών σολίδων του 6ου αιώνα από τη Θεσσαλονίκη (Oeconomides – Touratsoglou 1979) ή της Κρατήγου Μυτιλήνης του 7ου αιώνα (Touratsoglou 2006α) – το οποίο μάλιστα, σε συνεργασία με την Ευγενία Χαλκιά, εξέτασε στο σύνολό του, νομίσματα και τιμαλφή (Τουράτσογλου – Χαλκιά 2008). Επεκτείνεται και σε συνολικές προσεγγίσεις: για την νομισματική κυκλοφορία και την οικονομία στο Αιγαίο πέλαγος κατά τον 7ο αιώνα (Touratsoglou 2006β),για τους θησαυρούς minimi του νοτιοελλαδικού χώρου και την παρουσία βανδαλικών και οστρογοτθικών κοπών στα εδάφη αυτά (Touratsoglou 2010), καθώς και για την κυκλοφορία χρυσών ιστάμενων και τεταρτηρών εντός και εκτός των συνόρων της αυτοκρατορίας (Τουράτσογλου 2003).

Σε όλες τις εργασίες που αναφέρθηκαν – και δεν αποτελούν παρά μια επιλογή (πρβλ. Κερμάτια Φιλίας 2009, ΙΙΙ-Χ) –κοινός παρανομαστής είναι η σημασία στο εύρημα, θησαυρικό ή μεμονωμένο, ανασκαφικό ή τυχαίο, από λαμπερό χρυσό ή από οξειδωμένο χαλκό. Και κάτι ακόμη. Η προσοχή στη διατύπωση υποθέσεων, η αυστηρή ερμηνεία των δεδομένων με βάση τις ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούν σε μια δεδομένη χρονική στιγμή.

Επιστέγασμα αυτής της μακράς, πεντηκονταετούς σχεδόν πορείας και ενασχόλησης με τα βυζαντινά νομίσματα, είναι η έκδοση που κλήθηκα να σας παρουσιάσω σήμερα. Καίρια βέβαια υπήρξε και η συμβολή της Γιόρκας Νικολάου, η οποία έχει επίσης ασχοληθεί τόσο με τη δημοσίευση θησαυρών, όσο και με γενικότερες θεωρήσεις, κυρίως για τον δύσκολο για το Βυζάντιο 7ο αιώνα, αλλά όχι μόνο (βλ. ενδεικτικά Νικολάου 2004, Νικολάου 2010, Νικολάου 2015).

Όπως ανέφερα ήδη, πυρήνας του πονήματος είναι ένας κατάλογος 728 θησαυρών χρυσών, αργυρών και χαλκών νομισμάτων ή μεικτής σύνθεσης. Από τα διαγράμματα που εντοπίζονται στο τέλος του τόμου και συνοδεύουν την ποσοτική και ποιοτική ανάλυση των θησαυρών, διαπιστώνουμε ότι 268 απεκρύβησαν τον 5ο και 6ο αιώνα, 60 τον 7ο αιώνα, 102 τον 8ο με 11ο αιώνα, 254 ανήκουν στον 12ο και 13ο αιώνα (έως και το 1261), ενώ η παλαιολόγεια περίοδος (1261-1453) εκπροσωπείται με μόλις 44 ευρήματα.

Χρονολογική κατανομή των θησαυρών.

 

Οι αριθμοί αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό όσα γνωρίζουμε για τη βυζαντινή οικονομία στη διαχρονία της: την ευμάρεια του 6ου αιώνα που θα διαδεχθεί η οικονομική δυσπραγία και συρρίκνωση των μεταβατικών χρόνων έως την πλήρη ανάκαμψη της μεσοβυζαντινής περιόδου και δη επί Κομνηνών τον 12ο αιώνα. Η αναλαμπή αυτή, όμως, θα είναι σύντομη και θα τη διαδεχθεί ένα έντονα πληθωριστικό χάλκινο νόμισμα, και λίγο αργότερα, από το 14ο αιώνα και εξής, η γνωστή κρίση που θα οδηγήσει στην διακοπή των χρυσών βυζαντινών εκδόσεων, στην εισροή ξένου νομίσματος και στη στροφή των αυτοκρατόρων για βοήθεια στη Δύση.

Η περιοδοποίηση που ανέφερα σε σχέση με τους θησαυρούς ακολουθείται και στον σχολιασμό της θησαυρικής μαρτυρίας. Ο 5ος και 6ος αιώνας χαρακτηρίζονται από τον μεγαλύτερο αριθμό θησαυρών για όλη τη βυζαντινή περίοδο, γεγονός ενδεικτικό του εγχρήματου της κοινωνίας. Από τα 268 ευρήματα, 48 αποτελούνται από χρυσούς σολίδους και υποδιαιρέσεις τους, ένα από αργυρά νομίσματα και 219 από χαλκά κέρματα (φόλλεις και μικρότερες υποδιαιρέσεις).

 

 

Θησαυροί του 5ου και 6ου αιώνα ανά μέταλλο.

 

Μολονότι ο αριθμός των αποκρύψεων σε χρυσό δεν είναι αμελητέος, η εικόνα που δίνει είναι μάλλον παραπλανητική. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς (σ. 15), η χρονική τους διασπορά είναι πολύ περιορισμένη – από τη βασιλεία του Μαυρικίου (582-602) και εξής – ενώ περιέχουν συνήθως μικρό αριθμό τεμαχίων. Πρόκειται μάλλον για προσωπικές αποταμιεύσεις ευκατάστατων αξιωματούχων, κάποτε μάλιστα περιέχουν και τιμαλφή. Η γεωγραφική τους διάδοση, όπως αποτυπώνεται και στους χάρτες που συνοδεύουν τον κατάλογο στο τέλος του τόμου (Α 1-4), καταδεικνύει την τάση εύρεσής τους σε οικιστικές μονάδες ή σε παραθαλάσσιες εγκαταστάσεις, συχνά πάνω στους δρόμους των βαρβαρικών επιδρομών.

Όσον αφορά στις αποκρύψεις χάλκινων νομισμάτων, αυτές είναι συνήθως μικρής αξίας και αποτελούνται σε μεγάλο ποσοστό από minimi. Δύο ενδιαφέροντα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μελέτη των Νικολάου και Τουράτσογλου είναι η συχνή απόκρυψη αρχαίων ελληνικών χαλκών νομισμάτων σε θησαυρούς του Ιλλυρικού και η έντονη παρουσία βανδαλικών και οστρογοτθικών κοπών, την οποία οι συγγραφείς ερμηνεύουν ως αποτέλεσμα της προς Νότον μετακίνησης σλαβικών πληθυσμών, οι οποίοι συμπαρέσυραν μέχρι την Πελοπόννησο λαούς της Δύσης με το νόμισμά τους (σ. 16).

Η περίοδος από τις αρχές του 7ου αιώνα έως και το θάνατο του Ηρακλείου (641) εκπροσωπείται από 23 χρυσά και 20 χαλκά ευρήματα.Τα περισσότερα εξ αυτών αποτελούν το αποτέλεσμα των επιθέσεων και δηώσεων που υφίσταται η αυτοκρατορία από Πέρσες, Αβάρους και Σλάβους.

 

Θησαυροί του 7ου αιώνα (602- 641) ανά μέταλλο.

 

Είναι ενδιαφέρον ότι οι θησαυροί χρυσών νομισμάτων συνοδεύονται συχνά από τιμαλφή (κοσμήματα, σκεύη αργυροχοΐας κ.ά.), γεγονός που καταδεικνύει τον αστικό τους χαρακτήρα. Εντοπίζονται κυρίως στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και αποτελούν ίσως αποκρύψεις εύπορων προσφύγων της Μικράς Ασίας, από την οποία μαρτυρούνται αντίστοιχα σύνολα.

Η εμφάνιση και εξάπλωση της αραβικής απειλής στην αμέσως επόμενη χρονική περίοδο, αλλά και οι σημαντικοί μετασχηματισμοί που βιώνει η βυζαντινή κοινωνία έως τα μέσα του 9ου αιώνα, αντικατοπτρίζονται και στη μαρτυρία των θησαυρών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι συγγραφείς «(τ)ο Κράτος έγινε φτωχό και το νόμισμά του ακριβό. Συγκλονιστική συγκυρία» (σ. 17). Έτσι, παρά τις πολλές και συχνές πολεμικές επιχειρήσεις, δεν υπάρχει κατάχωση θησαυρών, στον βαθμό που θα αναμέναμε. Είναι χαρακτηριστικό ότι γνωρίζουμε μόνο 7 χρυσά ευρήματα, 7 αργυρά, 4 χάλκινα και ένα θησαυρό χαλκών και αργυρών νομισμάτων, μάλλον από την Κρήτη.

Θησαυροί μέσων 7ου–μέσων 9ου αιώνα ανά μέταλλο.

 

Οι συγγραφείς βλέπουν πίσω από την μειωμένη νομισματική κυκλοφορία την απώλεια μεταλλοφόρων περιοχών στη Μικρά Ασία λόγω της αραβικής κατάκτησης και τη συνακόλουθη μείωση στην παραγωγή νομίσματος (σ. 17).

Από τα μέσα του 9ου αιώνα έως και τη νομισματική μεταρρύθμιση του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού το 1092, η οποία θα θέσει τέλος στη δραματική υποτίμηση του βυζαντινού νομίσματος, οι αριθμοί εμφανίζονται αυξημένοι: 29 θησαυροί χρυσών νομισμάτων, 6 αργυρών και 67 χαλκών.

Θησαυροί μέσων 9ου–11ου αιώνα ανά μέταλλο.

 

Η γεωγραφική συγκέντρωση των χρυσών ευρημάτων στην περιφέρεια του βυζαντινού κόσμου, εκατέρωθεν του Κάτω Δουνάβεως και στις Δαλματικές ακτές, περιοχές με έντονη στρατιωτική δραστηριότητα, ερμηνεύεται από τους συγγραφείς ως απόδειξη ότι η παραγωγή σε πολύτιμο μέταλλο προοριζόταν κυρίως για εξωτερικές δαπάνες, στρατιωτικού μάλλον χαρακτήρα (σ. 18). Αντιθέτως, οι αποκρύψεις χάλκινων φόλλεων εντοπίζονται σε όλα σχεδόν τα μέρη της αυτοκρατορίας, ακόμη και στα βουλγαρικά εδάφη που ανέκτησε ο Βασίλειος Β΄ (976-1025) μεταξύ 1014-1018, και τα οποία έως τότε χαρακτηρίζονταν από πλήρη αχρηματία.

Η νομισματική μεταρρύθμιση του 1092 δε θα σημάνει μόνο την επαναφορά της καθαρότητας του βυζαντινού χρυσού νομίσματος στα 21 καράτια, αλλά και την εισαγωγή ενός διαφορετικού νομισματικού συστήματος με πέντε υποδιαιρέσεις και με χρήση κραμάτων. Ήδη η μελέτη του 1989 είχε καταδείξει την ύπαρξη ενός ιδιαίτερου σχήματος στην νομισματική κυκλοφορία της περιόδου (Οικονομίδου κ.ά. 1989): τα υψηλότερης αξίας τραχέα από κράμα εντοπίζονται στις διοικητικές περιφέρειες Θεσσαλονίκης–Στρυμόνος–Βολερού, Μακεδονίας–Θράκης, Νικοπόλεως και Νήσων Αιγαίου, αλλά και στα εδάφη της σημερινής Βουλγαρίας και Σερβίας. Αντιθέτως, στα κατωτικά μέρη, όπως είναι γνωστή η ανατολική Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα και Πελοπόννησος, έχουμε θησαυρούς χάλκινων τεταρτηρών και μισών τεταρτηρών, υποδιαιρέσεων ευτελέστερης αξίας. Οι λόγοι που οδήγησαν στο φαινόμενο αυτό, το οποίο επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία πρόσφατων ευρημάτων, εξακολουθούν να απασχολούν την έρευνα.

Το νέο statusquo που προέκυψε από την απόσχιση της Βουλγαρίας και της Σερβίας στα τέλη του 12ου αιώνα, και κυρίως από τον διαμελισμό της αυτοκρατορίας μετά το 1204, αντικατοπτρίζεται στον νομισματικό πλουραλισμό που επικρατεί, με καθένα από τα διάδοχα κράτη να έχει δική του νομισματική παραγωγή. Συνολικά, η κομνήνεια και μετακομνήνεια περίοδος χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό θησαυρών: 26 χρυσοί, 9 άσπρων τραχέων από ήλεκτρο, 184 χαλκάργυρων άσπρων τραχέων και 35 τεταρτηρών και μισών τεταρτηρών. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να παραβλέπει κανείς ότι ήδη από τα τέλη του 12ου αιώνα, τα χαλκάργυρα τραχέα καθίστανται πληθωριστικά, τάση που επιτείνεται στη διάρκεια του επόμενου αιώνα.

Θησαυροί του 12ου και 13ου αιώνα (έως το 1261) ανά μέταλλο.

 

Από την τελευταία περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι λίγοι σωζόμενοι θησαυροί εντοπίζονται κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, στη Βουλγαρία και στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης. Πρόκειται για περιοχές που βρίσκονται στο επίκεντρο των δύο καταστροφικών εμφύλιων παλαιολόγειων πολέμων, αλλά και των συγκρούσεων των βυζαντινών στρατευμάτων με Καταλανούς, Σέρβους και Οθωμανούς. Η αδυναμία της βυζαντινής οικονομίας φαίνεται στην παρείσφρηση στους θησαυρούς αυτούς οθωμανικών, φραγκικών και σερβικών κερμάτων.

Θησαυροί των μέσων του 13ου –μέσων 15ου αιώνα ανά μέταλλο.

 

Το τέλος δεν βρίσκεται μακριά. Όπως αναφέρουν οι Νικολάου και Τουράτσογλου, «σε λίγο η βυζαντινή αυτοκρατορία θα αποτελεί απλώς μίαν ανάμνηση και ένα θρήνο και το βυζαντινό νόμισμα μία παράγραφο σε ξεχασμένο βιβλίο λογιστικής σκονισμένο» (σ. 20).

Ο Οβολός 14 για τη μαρτυρία των θησαυρών μεταξύ 5ου και 15ου αιώνα εντάσσεται σε μια μικρή αλλά σημαντική σειρά συναφών εκδόσεων, που ξεκίνησαν το 1935 με τον Sawyer Mosser και το έργο του Βibliography of Byzantine Coin Hoards (Mosser 1935)συνεχίστηκαν με την κυκλοφορία το 2002 του Συντάγματος Βυζαντινών «θησαυρών»του Νομισματικού Μουσείου (Γαλάνη-Κρίκου κ.ά. 2002) – στο οποίο συμμετείχαν και οι δύο συγγραφείς του Οβολού 14 – και συμπληρώθηκαν το 2006 με το συλλογικό έργο – στο οποίο συμμετείχε τόσο ο Γιάννης Τουράτσογλου, όσο και το Νομισματικό Μουσείο γενικότερα – «Les trésors monétaires byzantins», που κάλυπτε τα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία της περιόδου 491-717 (Μοrrisson κ.ά. 2006). Εύχομαι ο Οβολός 14 να μην είναι ο τελευταίος σταθμός και οι συγγραφείς του παρόντος τόμου να έχουν τη διάθεση και το σθένος να εξακολουθήσουν να ερμηνεύουν τη μαρτυρίας των θησαυρών, επεκτείνοντας μελέτες τους στο σύνολο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Γαλάνη-Κρίκου κ.ά. 2002

Μ. Γαλάνη-Κρίκου – Γ. Νικολάου – Μ. Οικονομίδου – Β. Πέννα – Ι. Τουράτσογλου – Η. Τσούρτη, Σύνταγμα Βυζαντινών «θησαυρών»του Νομισματικού Μουσείου, Αθήνα 2002.

 

Hendy 1969

M. F. Hendy, Coinage and Money in the Byzantine Empire, 1081-1261 (Dumbarton Oaks Studies 12), Washington DC 1969.

 

Κερματία Φιλίας 2009

Κερμάτια φιλίας. Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Τουράτσογλου, τόμ. Α΄: Νομισματική – Σφραγιστική, Αθήνα 2009.

 

Μοrrisson κ.ά. 2006
C. Morrisson – V. Popović – V. Ivanišević (επιμ.), Trésors monétaires byzantins des Balkans et d’Asie Mineure (491-713), Réalités byzantines 13, Paris 2006.

 

Mosser 1935
S. McA. Mosser, A Bibliography of Byzantine Coin HoardsNumismatic Notes and Monographs 67, New York 1935.

 

Νικολάου 2004

Γ. Νικολάου, Νομισματική κυκλοφορία στη βυζαντινή Θεσσαλία, 6ος – 14ος αι., στο Το νόμισμα στο θεσσαλικό χώρο. Νομισματοκοπεία, κυκλοφορία, εικονογραφία, ιστορία. Αρχαίοι – Βυζαντινοί – Νεώτεροι Χρόνοι. Πρακτικά συνεδρίου της Γ΄ Επιστημονικής συνάντησης, Οβολός 7, Αθήνα 2004, 571-588.

 

Νικολάου 2010

Γ. Νικολάου, Συμβολή στη νομισματική κυκλοφορία των νήσων του Αιγαίου κατά τον 7ο αι.: ο «θησαυρός» Χίος/1998, στο Π. Τσέλεκας (επιμ.), Το νόμισμα στα νησιά του Αιγαίου. Πρακτικά συνεδρίου της Ε΄ Επιστημονικής συνάντησης. Μυτιλήνη, 16-19 Σεπτεμβρίου 2006, Οβολός9, τόμ. ΙΙ: Μέσοι – νεώτεροι χρόνοι, Αθήνα 2010, 77-93.

 

Νικολάου 2015

Γ. Νικολάου, Οικονομική δυσπραγία και νομισματική αστάθεια στο Βυζάντιο. Η Αυτοκρατορία σε περιόδους κρίσης, Οβολός 12, Αθήνα 2015.

 

Oeconomides – Τouratsoglou 1979
M. Oeconomides – I. Touratsoglou, The Thessaloniki/1948 Hoard of 6th Century Byzantine Gold Coins; A Contribution to the Study of the Mint of Thessaloniki, Numismatica e Antichità classiche – quaderni ticinesi (1979), 289-311.

 

Οικονομιδου κ.ά. 1989

Μ. Οικονομίδου – Ι. Τουράτσογλου –  Η. Τσούρτη-Κούλη – Μ. Γαλάνη-Κρίκου, Ο «θησαυρός» Κομοτηνής/1979 (;): Συμβολή στην κυκλοφορία των τεταρτηρών του ΙΒ΄ αιώνος μ.Χ., στο Ch. Bakirtzis (επιμ.), First International Symposium for Thracian StudiesByzantine Thrace. Image and Character”, Komotini, May 28-31st 1987, Byzantinische Forschungen 14 (1989), 367-428.

 

Παπαευθυμίου 2018

Ε. Παπαευθυμίου (επιμ.), Διεθνής διημερίδα Νομισματικής «Μάντω Οικονομίδου», Αθήνα, 20-21 Απριλίου 2016. Πρακτικά συνεδρίου της Ζ΄ Επιστημονικής συνάντησης αφιερωμένης στη μνήμη της Μάντως Οικονομίδου, Οβολός 13, Αθήνα 2018.

 

Πέννα – Τουράτσογλου 2004

Β. Πέννα – Ι. Τουράτσογλου, Ο «θησαυρός» Παλαιοθεολόγου Μελιβοίας/1988. Συμβολή στη μελέτη της κυκλοφορίας χρυσών υπερπύρων της δυναστείας των Κομνηνών στον ελλαδικό χώρο, στο Το νόμισμα στο θεσσαλικό χώρο. Νομισματοκοπεία, κυκλοφορία, εικονογραφία, ιστορία. Αρχαίοι – Βυζαντινοί – Νεώτεροι Χρόνοι. Πρακτικά συνεδρίου της Γ΄ Επιστημονικής συνάντησης, Οβολός 7, Αθήνα 2004, 365-408.

 

Touratsoglou 1971
Ι. Touratsoglou, Α Contribution to the Lily-type Issues of Michael VIII Palaeologus, Αρχαιολογικόν Δελτίον 26 (1971), Μελέται, 189-193.

 

Touratsoglou 1973α
Ι. Touratsoglou, The Edessa/ 1968 Hoard of Billon Trachea, Αρχαιολογικόν Δελτίον 28 (1973), Μελέται, 64-70.

 

Touratsoglou 1973β
Ι. Touratsoglou, Unpublished Byzantine Hoards of Billon Trachea from Greek Macedonia and Thrace, Balkan Studies 14 (1973), 131-166.

 

Tουράτσογλου 1974α

Ι. Τουράτσογλου, Ο «θησαυρός» τραχέων από την Αιανή/1973, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών 7 (1974), 433-435.

 

Tουράτσογλου 1974β

Ι. Τουράτσογλου, «Θησαυρός» χρυσών υπερπύρων εκ Βραστών Χαλκιδικής εις το Μουσείον Θεσσαλονίκης, Αρχαιολογική Εφημερίς 1974, 92-101, πίν. 32.

 

Tουράτσογλου 1976

Ο «θησαυρός» άσπρων τραχέων εκ Βραστών Χαλκιδικής, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών 8 (1976), 124-129.

 

Touratsoglou 1987
Ι. Touratsoglou, L’atelier monétaire de Τhessalonique au quatorzième siècle après J.Chr.: le rayonnement d’un centre artistique avant le déclin de l’Empire byzantin, στοL’art de Thessalonique et les pays balkaniques et les courants spirituels au XIVe siècle. Recueil des rapports du IVe colloque serbo-grec, Belgrade 1985, Académie serbe des Sciences et des Arts – Institut des études balkaniques éditions spéciales 31, Belgrade 1987, 183-191.

 

Tουράτσογλου 1999-2001

Ι. Τουράτσογλου, Ο θησαυρός «Ιωαννίνων» άσπρων τραχέων, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών 32-34 (1999-2001), 237-250.

 

Tουράτσογλου 2002

Ι. Τουράτσογλου, Τα νομισματικά πράγματα στη Μακεδονία των Παλαιολόγων. Νομισματική κυκλοφορία και νομισματική εικονογραφία, στο Β΄ Συμπόσιο: Η Μακεδονία κατά την εποχή των Παλαιολόγων, Θεσσαλονίκη 2002, 269-287.

 

Tουράτσογλου 2003

Ι. Τουράτσογλου, Από τα νομισματικά πράγματα στα Βαλκάνια των Μακεδόνων: με αφορμή το «θησαυρό» ισταμένων Θεσσαλονίκη/2000, στο Α. Αβραμέα – Α. Λαΐου – Ε. Χρυσός (επιμ.), Βυζάντιο. Κράτος και κοινωνία. Μνήμη Νίκου Οικονομίδη, Αθήνα 2003, 543-541.

 

Touratsoglou 2006α

Ι. Touratsoglou, The 1951 Hoard of Gold Solidi from Kratigos in Mytilene, Lesbos, στο Γενέθλιον. Αναμνηστικός τόμος για την συμπλήρωση είκοσι χρόνων λειτουργίας του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, Αθήνα 2006, 325-334.

 

Touratsoglou 2006β
Ι. Touratsoglou, La mer Égée au 7e siècle: le témoignage des trésors, στο C. Morrisson – V. Popović – V. Ivanišević (επιμ.), Trésors monétaires byzantins des Balkans et d’Asie Mineure (491-713), Réalités byzantines 13, Paris 2006, 95-112.

 

Touratsoglou 2010
Ι. Touratsoglou, ‘Vandales’ et ‘Ostrogothes’ dans le Péloponnèse. Hommage à Cécile Morrisson du côté de la Mer Égée, Νομισματικά Χρονικά 28 (2010), 31-50.

 

Tουράτσογλου 2013

Ι. Τουράτσογλου, Ήλεκτρα τραχέα της Κομνήνειας και μετα-Κομνήνειας περιόδου (1092-1261): η μαρτυρία των θησαυρών και μερικές παρατηρήσεις, στο Ε. Γ. Παπαευθυμίου – Ι. Π. Τουράτσογλου (επιμ.), Ολοκότινον. Μελέτες βυζαντινής νομισματικής και σιγιλλογραφίας στη μνήμη του Πέτρου Πρωτονοταρίου, Βιβλιοθήκη της Ελληνικής Νομισματικής Εταιρείας 10, Αθήνα 2013, 81-98.

 

Touratsoglou – Baker  2002
I. Touratsoglou – J. Baker, Byzantium of the Venetians, Greece of the “grossi”, στο Ch. Maltezou – P. Schreiner (επιμ.), Bisanzio, Venezia e il mondo franco-Greco (XIII-XV secolo). Attidel Colloquio Internazionale organizzaton elcentenario della nascita di Raymond-Joseph Loenertz o.p., Venezia, 1-2 dicembre 2000, Instituto ellenico di studibizantini et postbizantini in Venezia – Centro tedesco di studiveneziani, Convegni5, Venezia 2002, 203-233.

 

Τουράτσογλου – Λοβέρδου-Τσιγαρίδα 1976

Ι. Τουράτσογλου –Κ. Λοβέρδου-Τσιγαρίδα, Ρωμαϊκοί και βυζαντινοί νομισματικοί «θησαυροί» από το Βορειοελλαδικό χώρο στην Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης, Αρχαιολογικόν Δελτίον 31 (1976), Μελέται, 23-48.

 

Τουράτσογλου – Τριαντάφυλλος 2011

Ι. Τουράτσογλου – Δ. Τριαντάφυλλος, Θησαυρός άσπρων τραχέων από κράμα σε τάφο της πρώιμης εποχής του Σιδήρου στη Ρούσσα, στο Ch. Bakirtzis – N. Zekos – X. Moniaros (επιμ.), Byzantine Thrace. Evidenceand Remains, Komotini, 18-22 April 2007). Proceedings, Byzantinische Forschungen 30 (2011), 157-178.

 

Τουράτσογλου – Χαλκιά 2008

Ι. Τουράτσογλου – Ε. Χαλκιά, Ο θησαυρός της Κρατήγου Μυτιλήνης. Νομίσματα και τιμαλφή αντικείμενα του 7ου αι. μ.Χ., Αθροίσματα 1, Αθήνα 2008

Αρχείο