Η Μάντω Καραμεσίνη –Οικονομίδου

Η Μάντω Καραμεσίνη –Οικονομίδου

Η Μάντω Καραμεσίνη –Οικονομίδου γεννήθηκε στην Αθήνα στο 1927. Σπούδασε Αρχαιολογία στη φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου και αποφοίτησε το 1952. Διδάκτωρ του ίδιου Πανεπιστημίου το 1975 με εισηγητή το Νικόλαο Κοντολέοντα.
Συνέχισε τις σπουδές της με υποτροφία στην American Numismatic Society, στη Νέα Υόρκη.

Μελέτησε επίσης Νομισματική στο Cabinet des Medailles στο Παρίσι, στο Heberden Coin Room του Asmolean Museum στην Οξφόρδη, στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο και στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο στο Βερολίνο.
Από το 1953 έως και το 1959 εργάστηκε εθελοντικά στο Νομισματικό Μουσείο υπό την καθοδήγηση της τότε Διευθύντριας του Μουσείου Ειρήνης Βαρούχα –Χριστοδουλοπούλου.

Τα έξι αυτά χρόνια υπήρξαν καθοριστικά για τη μετέπειτα σταδιοδρομία της και την αφοσίωσή της στη Νομισματική.

Με το σύζυγό της, Λόντο Οικονομίδη

Με το σύζυγό της, Λόντο Οικονομίδη, στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Φωτ. της περίφημης Nelly’s, από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη

 

Το 1959, ύστερα από επιτυχή συμμετοχή της στο διαγωνισμό Επιμελητών, διορίστηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και τοποθετήθηκε ως Επιμελήτρια Αρχαιοτήτων στη Νομισματική Συλλογή, η οποία αποτελούσε τότε Τμήμα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου . Επί των ημερών της (1965) η Συλλογή ανεξαρτητοποιήθηκε από το Εθνικό Μουσείο με την ονομασία Νομισματική Συλλογή Αθηνών και το 1977 έλαβε τον παλιό ιδρυτικό τίτλο και μετονομάστηκε Νομισματικό Μουσείο.
Τη διεύθυνση της Νομισματικής Συλλογής ανέλαβε η Μάντω Οικονομίδου το 1964, θέση στην οποία παρέμεινε έως τον Ιούνιο του 1994, οπότε και αποχώρησε από την ενεργό υπηρεσία με τον τίτλο της επίτιμης Διευθύντριας του Νομισματικού Μουσείου.

Η επί τριάντα χρόνια θητεία της στη Διεύθυνση του Μουσείου συνέβαλε καθοριστικά στην εξέλιξή του σε επιστημονικό κέντρο με διεθνή ακτινοβολία και στη νέα ώθηση που πήρε η έρευνα της νομισματικής επιστήμης στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.
Η Μάντω Οικονομίδου υπήρξε άνθρωπος οργανωτικός και ανοικτός σε κάθε νεωτερισμό.

Στελέχωσε το Μουσείο με νέους επιστήμονες, στους οποίους μετέδωσε την αγάπη της για τη Νομισματική και με τους οποίους συνεργάστηκε εποικοδομητικά για την υλοποίηση των πολλαπλών επιστημονικών προγραμμάτων . Επί των ημερών της ταξινομήθηκε το πλούσιο αρχείο του 19ου αιώνα, μέσα από το οποίο ο σύγχρονος μελετητής μπορεί να αντλήσει πολύτιμες πληροφορίες για την ιστορία του Μουσείου.

Ξεκίνησαν δύο προγράμματα ηλεκτρονικής καταγραφής των αντικειμένων του Μουσείου, ένα πρόγραμμα καταγραφής της βιβλιοθήκης και ένα του εργαστηρίου συντήρησης. Οργανώθηκαν επίσης με εξαιρετική επιτυχία εκπαιδευτικά προγράμματα στους εκθεσιακούς χώρους του Μουσείου.

Τέθηκαν οι βάσεις για συνεργασία του Μουσείου με το ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» και το Πολυτεχνείο Κρήτης ως προς την ανάλυση των νομισμάτων. Το Αρχείο Νομισματικής Κυκλοφορίας (ΑΝΚ), που τηρείται στο Μουσείο και αποτελείται τόσο από ανασκαφικά νομίσματα, όσο και από καταγραφές ιδιωτικών συλλογών και κατασχέσεων, είναι πολύτιμη πηγή μελέτης για τους νεότερους ερευνητές.
Πρωταρχικός στόχος για τον οποίο εργάστηκε άοκνα και μεθοδικά ήταν η λειτουργικότητα του Μουσείου, η εσωτερική τακτοποίηση των συλλογών του και η ευρετηρίαση των αντικειμένων.

Η τακτοποίηση των προσκτημάτων του Μουσείου έγινε με βάση τα σύγχρονα δεδομένα της νομισματικής επιστήμης. Οι νομισματικοί θησαυροί κατανεμήθηκαν στα επιμέρους νομισματοκοπεία, αφού ομαδοποιήθηκαν, τοποθετήθηκαν σε ιδιαίτερες νομισματοθήκες, ανάλογα με τη χρονολογία απόκρυψης τους, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία.

Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε βοήθησε η έκδοση του διεθνούς ευρετηρίου των αρχαίων ελληνικών «θησαυρών». Ουσιαστική υπήρξε η συμβολή της Μάντως Οικονομίδου στη σύνταξη του Ευρετηρίου των Ελληνικών Θησαυρών «An Inventory of Greek Coin Hoards» (IGCH), εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη το1973.
Αναθεώρησε την ήδη υπάρχουσα έκθεση του μουσείου και συγχρόνως οργάνωσε την επανέκθεση της τρίτης αίθουσας ακολουθώντας τις σύγχρονες αντιλήψεις της μουσειολογίας.

Μερίμνησε επίσης για τον εμπλουτισμό του Μουσείου με σημαντικές ιδιωτικές συλλογές, σπάνιους τύπους αλλά και πολλούς νομισματικούς «θησαυρούς». Οι συλλογές του Μουσείου έγιναν ευρύτερα γνωστές με την έκδοση πολλών επιστημονικών άρθρων, αλλά και πλήθος διαλέξεων.
Η επίλυση χρονολογικών και άλλων επιστημονικών προβλημάτων μέσα από τα αναρίθμητα ανασκαφικά νομίσματα που ταυτίστηκαν στο Νομισματικό Μουσείο από όλες τις αρχαιολογικές περιφέρειες, υπήρξε πολύτιμη βοήθεια για τους ανασκαφείς αρχαιολόγους και έκανε κατανοητή τη συμβολή της νομισματικής επιστήμης στη σύγχρονη αρχαιολογία.
Μία άλλη σημαντική μέριμνα, όταν ανέλαβε τη Διεύθυνση του Νομισματικού Μουσείου, ήταν η συντήρηση των πολύτιμων αντικειμένων του, ιδιαίτερα των πιο ευπαθών, όπως είναι τα μολυβδόβουλλα.

Με την επιμονή και την υπομονή που τη διέκρινε συνέβαλε αποτελεσματικά στη οργάνωση ενός πρότυπου εργαστηρίου συντήρησης, άρτια εξοπλισμένου τεχνολογικά, στο οποίο συντηρήθηκαν εκτός από τα νομίσματα και μολυβδόβουλλα των συλλογών του Μουσείου, ανασκαφικά νομίσματα και άλλα αντικείμενα από τις αρχαιολογικές περιφέρειες της Ελλάδας.

Η διάσωση άλλωστε της αξιολογότατης συλλογής των μολυβδοβούλλων και των μολύβδινων αντικειμένων του Μουσείου επετεύχθη χάρη στην αλλαγή των συνθηκών αποθήκευσης των αντικειμένων από τις παλιές ξύλινες νομισματοθήκες σε άλλες σύγχρονες, οι οποίες παρέχουν περιβάλλον κατάλληλο και σταθερό για την καλή διατήρησή τους.
Με τον ίδιο ενθουσιασμό και αφοσίωση εργάστηκε επίσης και στα επαρχιακά Μουσεία οργανώνοντας νομισματικές εκθέσεις και ταυτίζοντας ανασκαφικά νομίσματα.

Στη δεκαετία του 1960 πραγματοποίησε με τη συνεργασία του Εφόρου Δημήτρη Θεοχάρη τη πρώτη συστηματική νομισματική επανέκθεση στο Μουσείο Βόλου.
Συνεχίζοντας το έργο του Ιωάννη Σβορώνου οργάνωσε σεμινάρια φοιτητών, αρχικά στους χώρους του Νομισματικού Μουσείου, και στη συνέχεια παρέδωσε, ως ειδική επιστήμων, φροντιστηριακά μαθήματα Νομισματικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και διαλέξεις στα Πανεπιστήμια Ιωαννίνων και Ρεθύμνου.

Ενέπνευσε στους φοιτητές της την αγάπη για τη νομισματική και ορισμένοι από αυτούς επέλεξαν ως διδακτορική διατριβή θέμα νομισματικό και στελέχωσαν την Αρχαιολογική Υπηρεσία και άλλα επιστημονικά ιδρύματα.
Οργάνωσε, με τη συνεργασία των «Φίλων της Γενναδείου » το 1988 και με μεγάλη επιτυχία, έκθεση με θέμα: «Ο πρώτος αιώνας του Νομισματικού Μουσείου 1829-1922».

Με την έκθεση αυτή για πρώτη φορά έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό τόσο ο αρχειακός πλούτος του Μουσείου, όσο και η πλούσια και εξειδικευμένη βιβλιοθήκη του, που περιέχει νομισματικές εκδόσεις, καταλόγους βασιλικών, ηγεμονικών και ιδιωτικών συλλογών της Δύσης από τις αρχές του 16ου αι. Οργάνωσε ακόμη με τη συνεργασία του καθηγητή Ν. Οικονομίδη, το Β΄ Διεθνές Συμπόσιο Βυζαντινής Σιγιλλογραφίας, το 1988, στους χώρους του Νομισματικού Μουσείου.
Έτυχε πολλών τιμητικών διακρίσεων διεθνώς. Ήταν επίτιμο μέλος της Βελγικής Νομισματικής Εταιρείας , της Ρουμανικής Νομισματικής Εταιρείας, της Ελληνικής Νομισματικής Εταιρείας, και της Γαλλικής Νομισματικής Εταιρείας, τακτικό μέλος του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, αντεπιστέλλων μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, και της American Numismatic Society.

Ήταν επίσης μέλος πολλών άλλων νομισματικών, αρχαιολογικών και ιστορικών εταιρειών, όπως της Royal Numismatic Society, της Ελληνικής Ανθρωπιστικής Εταιρείας, της Ελληνικής Επιτροπής Βυζαντινών Σπουδών, Της Εθνολογικής Εταιρείας, της Ελληνικής Εταιρείας Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης κ. ά. Ήταν ισόβιο μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, στο Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας εκλεγόταν συνεχώς από το 1988.

Ήταν ακόμη μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Κέντρου για την πολιτιστική κληρονομιά, και ιδρυτικό μέλος και Πρόεδρος του ICOMON, της διεθνούς επιτροπής των Νομισματικών Μουσείων και Συλλογών του ICOM.

Το Σεμινάριο της Νομισματικής Marcel Hoc του Πανεπιστημίου της Louvain-la-Neuve και οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου», Σωματείο που η ίδια ίδρυσε το 1992, της απένειμαν από κοινού ένα μετάλλιο με την προτομή της, το οποίο φιλοτέχνησε η βελγίδα χαράκτρια Francine Somers.

Η απονομή του μεταλλίου έγινε κατά τη διάρκεια τιμητικής εκδήλωσης που διοργάνωσαν οι συνεργάτες της στο Μουσείο, οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου», και η Ελληνική Νομισματική Εταιρεία με αφορμή την αποχώρησή της από την ενεργό υπηρεσία στις 6 Ιουνίου του 1994 στην Παλιά Βουλή. Στην ίδια εκδήλωση της απενεμήθη επίσης το μετάλλιο της Ελληνικής Νομισματικής Εταιρείας.
Προς τιμήν της διοργανώθηκε το 1995 διημερίδα από το Αυστραλιανό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, το Ίδρυμα Ερευνών- Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας, την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή και το Νομισματικό Μουσείο στο Κέντρο Μελετών Ακροπόλεως.
Το επιστημονικό έργο της Μάντως Οικονομίδου είναι μεγάλο και πολυσήμαντο. Η εμβέλειά του καλύπτει όλη την αρχαιότητα έως και τους νεώτερους χρόνους.

Το ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον της επικεντρώθηκε στα αρχαία νομίσματα και στα ελληνικά νομισματοκοπεία των αυτοκρατορικών χρόνων. Η Νικόπολις, η ελληνική πόλη που χτίστηκε από τον Αύγουστο μετά τη νίκη του στο Άκτιο, είναι το θέμα της διατριβής της.

Η εργογραφία της είναι εξαιρετικά πλούσια και περιλαμβάνει μονογραφίες, αναρίθμητα άρθρα σε περιοδικά, λήμματα σε καταλόγους και λεξικά και πάμπολλες ανακοινώσεις σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά συνέδρια.
Η Μάντω Οικονομίδου μετά από αγώνες πολλών ετών, ευτύχησε να δει το όραμά της να γίνεται πραγματικότητα. Η μόνιμη στέγαση του Νομισματικού Μουσείου στο Ιλίου Μέλαθρον, την κατοικία του Ερρίκου Σλήμαν, στο ωραίο αυτό νεοκλασικό κτίριο της οδού Πανεπιστημίου 12 είναι πια γεγονός.

Η Μάντω Οικονομίδου έφυγε από κοντά μας στις 19 Ιανουαρίου του 2015, παραμένει όμως ζωντανή για πάντα στη ψυχή μας. Το πνεύμα της αποτελεί το φωτεινό φάρο του Σωματείου μας: «Οι Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου», το οποίο ή ίδια ίδρυσε το 1992, το φάρο που μας καθοδηγεί και μας εμπνέει για τις